Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε τη Δευτέρα ότι συναντήθηκε μαζί με μέλη του υπουργικού του συμβουλίου με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Intel, Λιπ-Μπου Ταν, λίγες ημέρες αφότου είχε ζητήσει από τον επικεφαλής της εταιρείας να παραιτηθεί.
«Συναντήθηκα με τον κ. Λιπ-Μπου Ταν της Intel, μαζί με τον υπουργό Εμπορίου, Χάουαρντ Λάτνικ, και τον υπουργό Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ» έγραψε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στο Truth Social. «Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα συνάντηση. Η πορεία και η επιτυχία του είναι μια εντυπωσιακή ιστορία. Ο κ. Ταν και τα μέλη του υπουργικού μου συμβουλίου θα περάσουν χρόνο μαζί και θα μου υποβάλουν προτάσεις μέσα στην επόμενη εβδομάδα. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτό το θέμα!».
Εκπρόσωπος της Intel επιβεβαίωσε τη συνάντηση. «Σήμερα, ο κ. Ταν είχε την τιμή να συναντηθεί με τον πρόεδρο Τραμπ για μια ειλικρινή και εποικοδομητική συζήτηση σχετικά με τη δέσμευση της Intel να ενισχύσει την τεχνολογική και βιομηχανική ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών» ανέφερε σε μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Ο Ταν είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Intel από το 2022 και τον Μάρτιο διαδέχθηκε τον Πατ Γκέλσινγκερ στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου. Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τομ Κότεν από το Άρκανσο εξέφρασε ανησυχίες για πιθανές σχέσεις του Ταν με την Κίνα, αναφερόμενος σε παλαιότερη ποινική υπόθεση που αφορούσε την Cadence Design, όταν ο Ταν ήταν επικεφαλής της, και ρώτησε εάν η Intel απαίτησε από εκείνον να αποεπενδύσει από θέσεις σε κατασκευαστές ημιαγωγών που συνδέονται με το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα, τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό ή άλλες οντότητες στην Κίνα που θεωρούνται προβληματικές.
Η τοποθέτηση του Τραμπ αποτελεί σαφή αλλαγή τόνου σε σχέση με τις δηλώσεις του την περασμένη εβδομάδα. Σε ανάρτησή του στο Truth Social την Πέμπτη είχε γράψει ότι ο Ταν «είναι σοβαρά εμπλεκόμενος και πρέπει να παραιτηθεί, άμεσα. Δεν υπάρχει άλλη λύση σε αυτό το πρόβλημα». Την ίδια ημέρα, η Intel απάντησε ότι η εταιρεία, το διοικητικό συμβούλιο και ο διευθύνων σύμβουλος παραμένουν «βαθιά προσηλωμένοι στην προώθηση των εθνικών και οικονομικών συμφερόντων ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών».
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει υιοθετήσει αυστηρά παρεμβατική στάση στον επιχειρηματικό τομέα, ιδιαίτερα στην αγορά των ημιαγωγών, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες ανταγωνίζονται την Κίνα για την πρωτοκαθεδρία στην τεχνητή νοημοσύνη. Το Σαββατοκύριακο, η Nvidia συμφώνησε να καταβάλει ποσοστό 15% στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, προκειμένου να λάβει άδειες εξαγωγικού ελέγχου που θα της επιτρέψουν να διαθέσει εκ νέου το τσιπ H20 στην Κίνα και σε κινεζικές εταιρείες. Ο διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, επισκέφθηκε τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο την Παρασκευή.
Ο Τραμπ δήλωσε τη Δευτέρα ότι είχε αρχικά ζητήσει ποσοστό 20% από τις πωλήσεις της Nvidia στην Κίνα, ωστόσο το ποσοστό μειώθηκε στο 15% έπειτα από διαπραγμάτευση με τον Χουάνγκ. «Ακούστε, θέλω 20% αν πρόκειται να το εγκρίνω για εσάς, για τη χώρα» είπε στον επικεφαλής της Nvidia, σύμφωνα με όσα ανέφερε σε συνέντευξη Τύπου στην Ουάσιγκτον D.C.
Ο Ταν, 65 ετών, ανέλαβε την ηγεσία της Intel σε μια περίοδο κατά την οποία η εταιρεία δυσκολευόταν να αποκτήσει σημαντικό μερίδιο στην αγορά της τεχνητής νοημοσύνης, τομέα στον οποίο κυριαρχεί η Nvidia, ενώ παράλληλα «έκαιγε» κεφάλαια για την ανάπτυξη της δραστηριότητας κατασκευής τσιπ μέσω του foundry business.
Γεννημένος στη Μαλαισία και μεγαλωμένος στη Σιγκαπούρη, ο Ταν μετέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο από το Massachusetts Institute of Technology. Στα τέλη Ιουλίου είχε δηλώσει ότι οι πρώτοι μήνες της θητείας του δεν ήταν εύκολοι, καθώς περιλάμβαναν απολύσεις και περικοπές στο τμήμα foundry. Είχε επίσης ενημερώσει τους εργαζομένους ότι η Intel ακύρωσε σχέδια για νέες εγκαταστάσεις στη Γερμανία και την Πολωνία και θα επιβράδυνε την ανάπτυξη στην πολιτεία του Οχάιο. Όπως είχε τονίσει τότε, «η αναστροφή της πορείας της εταιρείας θα χρειαστεί χρόνο και υπομονή» και «έχουμε πολλά να διορθώσουμε ώστε να προχωρήσει η εταιρεία μπροστά».
