Η Intel και ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσαν μια ιστορική συμφωνία, βάσει της οποίας η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα αποκτήσει μερίδιο 9,9% στην εταιρεία, μέσω μιας επένδυσης ύψους 8,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση, που αποκαλύφθηκε αρχικά από τον Donald Trump και επιβεβαιώθηκε αργότερα από τον υπουργό Εμπορίου, Howard Lutnick, προκάλεσε άνοδο της μετοχής της Intel κατά 5% την Παρασκευή, σηματοδοτώντας την αποδοχή της κίνησης από την αγορά. «Αυτή η ιστορική συμφωνία ενισχύει την ηγεσία των ΗΠΑ στους ημιαγωγούς», δήλωσε ο Lutnick.
Η χρηματοδότηση της επένδυσης θα προέλθει από τη μετατροπή υφιστάμενων, εγκεκριμένων επιδοτήσεων που δεν είχαν ακόμη καταβληθεί στην Intel, κυρίως από τον νόμο CHIPS Act. Σε μια αξιοσημείωτη πολιτική συγκυρία, ο νόμος αυτός είχε ψηφιστεί επί κυβέρνησης του Joe Biden με στόχο την επιστροφή της κατασκευής τσιπ στις ΗΠΑ. Η κίνηση έρχεται σε μια περίοδο που η Intel αγωνίζεται να ανακτήσει το χαμένο έδαφος έναντι ανταγωνιστών όπως η Nvidia, η οποία κυριαρχεί στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Η συμφωνία επισφραγίζει μια περίοδο έντονης πίεσης προς την ηγεσία της Intel. Είχαν προηγηθεί μια επιστολή του γερουσιαστή Tom Cotton προς το Δ.Σ. της εταιρείας και δημόσιες επιθέσεις από τον Donald Trump, ο οποίος ζήτησε την παραίτηση του CEO, Lip-Bu Tan, κατηγορώντας τον για «προβληματικούς δεσμούς με την Κίνα» μέσω επενδύσεων. Ο Tan, Αμερικανός πολίτης γεννημένος στη Μαλαισία, είχε απορρίψει τους ισχυρισμούς ως «παραπληροφόρηση» σε εσωτερικό σημείωμα προς τους υπαλλήλους της Intel, πριν από τη συνάντησή του με τον Trump στον Λευκό Οίκο.
Οι όροι της συμφωνίας προβλέπουν παθητική συμμετοχή της κυβέρνησης, χωρίς εκπροσώπηση στο Διοικητικό Συμβούλιο, σε μια προσπάθεια να καμφθούν οι ανησυχίες περί κρατικής παρέμβασης. Ο CEO της Intel, Lip-Bu Tan, δήλωσε ότι «η εστίαση του Προέδρου Trump στην αμερικανική κατασκευή τσιπ οδηγεί σε ιστορικές επενδύσεις». Την ίδια ώρα, ο υπουργός Εμπορίου, Howard Lutnick, χαιρέτισε τις ΗΠΑ ως νέο μέτοχο, τονίζοντας τη σημασία της κίνησης για την εθνική ασφάλεια.
Αναλυτές, όπως ο Jacob Feldgoise από το Πανεπιστήμιο Georgetown, τοποθετούν τη συμφωνία σε μια ευρύτερη στρατηγική της αμερικανικής κυβέρνησης για πιο άμεση παρέμβαση στην ιδιωτική αγορά, με στόχο την «ανάκτηση» της τεχνολογικής ηγεμονίας. Ο Λευκός Οίκος χαρακτήρισε την πρόταση «δημιουργική ιδέα», η οποία ακολουθεί και άλλες ασυνήθιστες κινήσεις, όπως την πρόσφατη απαίτηση προς τις Nvidia και AMD για απόδοση ποσοστού από τα έσοδα πωλήσεων τσιπ AI στην Κίνα.
Αν και σπάνια για τη σύγχρονη εποχή, η συμφωνία δεν είναι χωρίς ιστορικό προηγούμενο, θυμίζοντας τη διάσωση της General Motors κατά την κρίση του 2008. Παράλληλα, η κίνηση έλαβε ισχυρή και δημόσια στήριξη από τους ηγέτες των Microsoft, Dell, HP και AWS (Amazon Web Services), οι οποίοι την χαιρέτισαν ως καθοριστική για την οικοδόμηση μιας ανθεκτικής αμερικανικής εφοδιαστικής αλυσίδας και την προώθηση της καινοτομίας.
