Σε μια σαφή ένδειξη της ψηφιακής στροφής των επιχειρήσεων, τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το 2024 αποκαλύπτουν πως σχεδόν μία στις τρεις επιχειρήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταφεύγει πλέον στην πληρωμένη διαδικτυακή διαφήμιση για την προώθηση των προϊόντων και των υπηρεσιών της. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή, καθώς οι ελληνικές επιχειρήσεις υπερβαίνουν σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στη χρήση των ψηφιακών διαφημιστικών εργαλείων, επιδεικνύοντας και μια πιο εντατική υιοθέτηση όλων των προηγμένων μεθόδων στοχευμένης προβολής, με τη διαφήμιση βάσει περιεχομένου να παραμένει η δημοφιλέστερη πρακτική σε ολόκληρη την ήπειρο.
Η αυξανόμενη αυτή τάση υπογραμμίζει την προσπάθεια των εταιρειών να μεγιστοποιήσουν την αποτελεσματικότητα των διαφημιστικών τους εκστρατειών, προσεγγίζοντας το κατάλληλο κοινό με συναφές και ουσιαστικό περιεχόμενο. Για τον σκοπό αυτό, αξιοποιούνται ποικίλες τεχνολογίες. Η διαφήμιση βάσει περιεχομένου, γνωστή και ως contextual advertising, προβάλλει διαφημίσεις σχετικές με το περιεχόμενο της ιστοσελίδας που επισκέπτεται ο χρήστης. Από την άλλη, η συμπεριφορική στόχευση, ή behavioural targeting, αναλύει το ιστορικό περιήγησης του χρήστη μέσω cookies για να σκιαγραφήσει το προφίλ του. Ταυτόχρονα, η γεωγραφική στόχευση, ή geo-targeting, χρησιμοποιεί τη φυσική τοποθεσία του χρήστη για να προβάλλει τοπικά σχετιζόμενες διαφημίσεις, ενώ άλλες μέθοδοι περιλαμβάνουν την τοποθέτηση στατικών διαφημίσεων σε εξειδικευμένους θεματικούς ιστοτόπους.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα που διαμορφώνεται για το 2024 δείχνει ότι το 32,59% των επιχειρήσεων με τουλάχιστον δέκα εργαζομένους και αυτοαπασχολούμενους πλήρωσε για διαφήμιση στο διαδίκτυο. Από αυτές, το 76,83% χρησιμοποίησε τη διαφήμιση βάσει περιεχομένου, καθιστώντας την την πιο διαδεδομένη μέθοδο. Η συμπεριφορική στόχευση χρησιμοποιήθηκε από το 41,57% των επιχειρήσεων που πλήρωσαν για διαφήμιση, η γεωγραφική στόχευση από το 44,29%, ενώ το 45,30% ανέφερε τη χρήση άλλων μεθόδων στοχευμένης διαφήμισης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Ελλάδας, όπου το ποσοστό των επιχειρήσεων που επενδύουν σε διαδικτυακή διαφήμιση ανέρχεται στο 43,85%, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η ανάλυση των επιμέρους μεθόδων, καθώς οι ελληνικές επιχειρήσεις που διαφημίζονται online χρησιμοποιούν τη διαφήμιση βάσει περιεχομένου σε ποσοστό 80,02%, τη συμπεριφορική στόχευση σε ποσοστό 46,12% και τη γεωγραφική στόχευση σε ποσοστό 52,22%. Σε όλες τις κατηγορίες, τα ποσοστά της Ελλάδας είναι υψηλότερα από τους αντίστοιχους μέσους όρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ομοιογενής σε όλη την Ευρώπη. Στην κορυφή της χρήσης πληρωμένης διαφήμισης βρίσκονται χώρες όπως η Μάλτα με 60,41%, η Φινλανδία με 49,76% και η Κύπρος με 49,44%, ενώ στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στη Ρουμανία με 22,84%, την Πολωνία με 23,23% και την Πορτογαλία με 23,57%. Όσον αφορά τις επιμέρους μεθόδους, το υψηλότερο ποσοστό στη διαφήμιση βάσει περιεχομένου καταγράφηκε στη Σλοβενία με 92,13%. Για τη συμπεριφορική στόχευση, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στην Τσεχία με 63,37%, ακολουθούμενη από τη Ρουμανία (59,47%), την Κύπρο (58,07%) και τη Φινλανδία (52,80%). Αντίστοιχα, στη γεωγραφική στόχευση την πρώτη θέση κατείχε η Κύπρος με 88,07%, με υψηλές επιδόσεις να σημειώνονται επίσης στη Μάλτα (60,30%), την Ολλανδία (53,82%) και την Τσεχία (53,21%).
Τέλος, η ανάλυση των δεδομένων ανά οικονομικό κλάδο και μέγεθος επιχείρησης παρέχει επιπλέον συμπεράσματα. Οι κλάδοι της ενημέρωσης και επικοινωνίας με 47,70%, των καταλυμάτων και της εστίασης με 41,63%, καθώς και του χονδρικού και λιανικού εμπορίου με 41,62% είναι αυτοί που χρησιμοποιούν περισσότερο την πληρωμένη διαδικτυακή διαφήμιση. Η προτίμηση στη διαφήμιση βάσει περιεχομένου παραμένει σταθερή ανεξαρτήτως μεγέθους της επιχείρησης, καθώς την επιλέγει το 40,60% των μεγάλων, το 32,22% των μεσαίων και το 23,94% των μικρών επιχειρήσεων. Στην ανάλυση αυτή ανά μέγεθος επιχείρησης, η γεωγραφική στόχευση αναδείχθηκε ως ο δεύτερος πιο διαδεδομένος τύπος διαφήμισης, με το 27,59% των μεγάλων, το 19,41% των μεσαίων και το 13,48% των μικρών επιχειρήσεων να αναφέρουν τη χρήση της.
