Σε περιβάλλον ενίσχυσης του ανταγωνισμού στα δίκτυα νέας γενιάς, η Morgan Stanley διατηρεί θετική στάση για τον ΟΤΕ, εκτιμώντας ότι ο όμιλος θα συνεχίσει να εμφανίζει ισχυρές επιδόσεις σε βασικούς τομείς δραστηριότητας.
Η ανάλυση του διεθνούς οίκου τοποθετεί στο επίκεντρο τη συμβολή της κινητής και της σταθερής τηλεφωνίας, καθώς και την αυξανόμενη σημασία των υπηρεσιών ICT / System Solutions, σε συνδυασμό με παρεμβάσεις εξορθολογισμού κόστους που ενισχύουν το προσαρμοσμένο EBITDAaL (προσαρμοσμένα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων).
Με βάση τις προβλέψεις, τα έσοδα, το EBITDAaL και οι ελεύθερες ταμειακές ροές (FCF) αναμένεται να κινηθούν ανοδικά έως το 2030, με μέσους ετήσιους ρυθμούς αύξησης 2,5%, 3% και 9% αντίστοιχα. Καταλυτικός παράγοντας παραμένει η πορεία των εσόδων κινητής, τα οποία εκτιμάται ότι θα αυξάνονται κατά 3%, σε αντίθεση με τον μηδενικό μέσο όρο του κλάδου.
Στο μέτωπο των υποδομών, η έκθεση αναδεικνύει την επέκταση της ΔΕΗ στα δίκτυα FTTH, με είσοδο στη λιανική αγορά από το δεύτερο τρίμηνο του 2025 και προσφορές με σημαντική τιμολογιακή απόκλιση, που φτάνει έως και το 50% σε σχέση με τους υφιστάμενους παρόχους.
Παρά την επιθετική αυτή πολιτική, η διείσδυση παραμένει περιορισμένη. Το δίκτυο της ΔΕΗ καλύπτει 1,7 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις, εκ των οποίων περίπου 1 εκατ. ήταν έτοιμα για ενεργοποίηση στο τέλος του 2025, ενώ οι συνδέσεις υπολογίζονται σε περίπου 13 χιλιάδες.
Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, δεν παρατηρείται μέχρι στιγμής μεταβολή στη στρατηγική τιμολόγησης των τηλεπικοινωνιακών παρόχων, ενώ η απουσία υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας από το χαρτοφυλάκιο της ΔΕΗ περιορίζει τη δυνατότητα παροχής συνδυαστικών λύσεων. Από την πλευρά του, ο ΟΤΕ έχει ενισχύσει τις ενέργειες συγκράτησης της πελατειακής βάσης στις περιοχές όπου δραστηριοποιείται ο νέος ανταγωνιστής.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο διευθύνων σύμβουλος του ΟΤΕ, Κώστας Νεμπής, ανέφερε κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων δ’ τριμήνου 2025 ότι δεν έχει καταγραφεί ουσιαστική επίδραση στα μεγέθη του ομίλου από τη δραστηριοποίηση της ΔΕΗ.
Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών αγορών, όπως η Πορτογαλία, όπου η είσοδος νέων παικτών οδήγησε σε ταχύτερη ένταση του ανταγωνισμού, δεν έχει μέχρι στιγμής επιβεβαιωθεί στην ελληνική περίπτωση.
Η Morgan Stanley τοποθετεί την ελληνική αγορά κινητής ως μια ώριμη αγορά τριών παικτών, με αυξήσεις τιμών που συνδέονται με τον πληθωρισμό, ενώ η μετατόπιση προς συμβόλαια και η αυξανόμενη χρήση δεδομένων ενισχύουν τις προοπτικές ανάπτυξης. Παράλληλα, η επέκταση των οπτικών ινών και η αξιοποίηση λύσεων Fixed Wireless Access (FWA) λειτουργούν συμπληρωματικά στο μοντέλο ανάπτυξης.
Στο βραχυπρόθεσμο επίπεδο, η προσοχή επικεντρώνεται στα έσοδα κινητής τηλεφωνίας, με την εκτίμηση για το πρώτο τρίμηνο του 2026 να διαμορφώνεται σε αύξηση 4%, υψηλότερη από τον ετήσιο στόχο περίπου 3%, χωρίς σημαντική μεταβολή στις προβλέψεις για τα κέρδη ανά μετοχή.
Σε επίπεδο αποτίμησης, η μετοχή του ΟΤΕ έχει καταγράψει άνοδο άνω του 20% σε ετήσια βάση και περίπου 6% από την αρχή του έτους, ενώ η Morgan Stanley αυξάνει την τιμή-στόχο κατά 3% στα 21,4 ευρώ. Η απόδοση ελεύθερων ταμειακών ροών εκτιμάται στο 8,5% για το 2027, έναντι περίπου 6% για τον ευρωπαϊκό κλάδο.
Το ρυθμιστικό περιβάλλον διαμορφώνεται επίσης θετικά, με την κατάργηση του ειδικού φόρου 10% στην τηλεόραση από το 2026 και την ενίσχυση των μέτρων κατά της πειρατείας. Την ίδια στιγμή, η δραστηριότητα ICT εμφανίζει προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης, με μεγαλύτερη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.
Σε όρους χρηματοοικονομικής διάρθρωσης, ο όμιλος εμφανίζει χαμηλή μόχλευση, με δείκτη καθαρού δανεισμού προς EBITDA στο 0,2x, καθώς και περιορισμένη έκθεση σε αυξήσεις ενεργειακού κόστους, λόγω της εφαρμογής πολιτικής αντιστάθμισης.
