Η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας θέτει αυξανόμενο κίνδυνο για την ανθεκτικότητα περισσότερων από των μισών εκ των 100 κορυφαίων κόμβων κέντρων δεδομένων διεθνώς, σύμφωνα με νέα έρευνα της Verisk Maplecroft. Η αυξημένη ανάγκη για ψύξη οδηγεί σε μεγαλύτερη κατανάλωση νερού και ηλεκτρικής ενέργειας, γεγονός που ενδέχεται να προκαλέσει αύξηση κόστους, εντάσεις με τις τοπικές κοινότητες για τους φυσικούς πόρους και προβλήματα λειτουργίας σε περιοχές με ευάλωτες ενεργειακές υποδομές απέναντι στην κλιματική αλλαγή.
Τα κέντρα δεδομένων σχεδιάζονται με προδιαγραφές ανθεκτικότητας, όπως η πρόβλεψη για εφεδρικές γεννήτριες, ενώ καταγράφεται πρόοδος σε επίπεδο αποδοτικής χρήσης νερού και ενέργειας. Ωστόσο, η εντεινόμενη κλιματική πίεση, σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση για τεχνητή νοημοσύνη, αποθήκευση δεδομένων και υπηρεσίες cloud, ενδέχεται να δοκιμάσει την αξιοπιστία των σχετικών υποδομών σε διεθνές επίπεδο.
Σύμφωνα με τους αναλυτές της Verisk Maplecroft, τα κέντρα δεδομένων αποτελούν πλέον τον βασικό κορμό της ψηφιακής οικονομίας, με τους ανεξάρτητους παρόχους να διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην αλυσίδα αξίας. Σε ένα περιβάλλον διαρκούς διασύνδεσης, η χαρτογράφηση όλων των παραμέτρων κινδύνου που επηρεάζουν τη λειτουργία των εγκαταστάσεων αυτών αποτελεί στρατηγικό ζήτημα για την ηγεσία των οργανισμών που τις χρησιμοποιούν ή τις διαχειρίζονται.
Οι καύσωνες αποτελούν ήδη απειλή για τη συνεχή λειτουργία των κέντρων δεδομένων. Σε περιόδους ακραίων θερμοκρασιών, οι πάροχοι ενδέχεται να διακόψουν προσωρινά τη λειτουργία servers για την αποφυγή βλαβών από υπερθέρμανση, με αποτέλεσμα να προκαλούνται διακοπές σε υπηρεσίες. Τέτοια φαινόμενα παρατηρήθηκαν το καλοκαίρι του 2022 στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, όπου αρκετά κέντρα δεδομένων τέθηκαν προσωρινά εκτός λειτουργίας.
Ο Δείκτης Cooling Degree Days εκτιμά τη συχνότητα και την ένταση υπέρβασης των θερμοκρασιών που απαιτούν ψύξη. Σήμερα, το 56% των κορυφαίων κέντρων δεδομένων καταγράφεται σε υψηλή ή πολύ υψηλή επικινδυνότητα, ενώ σε σενάριο υψηλών εκπομπών (SSP585), το ποσοστό αυτό αναμένεται να φτάσει το 68% το 2040 και το 80% το 2080. Αυτό συνεπάγεται αύξηση στη διάρκεια και στην ένταση της ανάγκης για ψύξη, με αντίστοιχη αύξηση στη χρήση πόρων και στα λειτουργικά κόστη.
Κατά μέσο όρο, τα 100 μεγαλύτερα κέντρα δεδομένων προβλέπεται να καταγράψουν αύξηση 83% στον αριθμό των ημερών ψύξης μεταξύ 2030 και 2080. Στην Ασία και τη Μέση Ανατολή, όλα τα κέντρα δεδομένων προβλέπεται να μπουν στις δύο υψηλότερες κατηγορίες κινδύνου έως το 2040. Στη Βόρεια Αμερική, το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί από 55% σήμερα σε 71% το 2040 και σε 90% το 2080.
Πέραν της ενέργειας, βασικό στοιχείο για την ψύξη αποτελεί το νερό. Ένα μέσο κέντρο δεδομένων καταναλώνει περίπου 1,4 εκατομμύρια λίτρα νερού ημερησίως, ποσότητα που αναμένεται να αυξηθεί με την άνοδο της θερμοκρασίας. Σύμφωνα με τον σχετικό δείκτη της Verisk Maplecroft, που μετρά τη χρήση νερού σε σχέση με τη διαθέσιμη ποσότητα, το 52% των κέντρων δεδομένων προβλέπεται πως θα βρίσκεται σε υψηλό ή πολύ υψηλό κίνδυνο έως το 2030, ποσοστό που θα φτάσει σε 58% το 2050.
Η διαθεσιμότητα νερού εξελίσσεται σε κρίσιμο παράγοντα τόσο για την ανθεκτικότητα όσο και για τη βιωσιμότητα των υποδομών. Παράλληλα, η έλλειψη μπορεί να προκαλέσει εντάσεις με τις τοπικές κοινότητες, δημιουργώντας πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις για τις επιχειρήσεις που βασίζονται στις συγκεκριμένες περιοχές για την παροχή ψηφιακών υπηρεσιών.
Η Μέση Ανατολή καταγράφει τη μεγαλύτερη έκθεση στον κίνδυνο λειψυδρίας, με το Άμπου Ντάμπι, το Ντουμπάι και την Κωνσταντινούπολη να κατατάσσονται σε πολύ υψηλό κίνδυνο έως το 2030. Αντίστοιχα, στην Αφρική, το Λάγος, το Γιοχάνεσμπουργκ και το Ναϊρόμπι αναμένεται να βρεθούν στην ίδια κατηγορία έως το 2050. Στη Βόρεια Αμερική, οι περιοχές του Λος Άντζελες, του Σαν Ντιέγκο, του Ντένβερ, του Φοίνιξ και της Πόλης του Μεξικού συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο εκτεθειμένων.
Η χωρητικότητα των κέντρων δεδομένων στην Ασία προβλέπεται να διπλασιαστεί έως το 2030, εντείνοντας τις πιέσεις στους υδατικούς πόρους. Σημαντική αύξηση του κινδύνου αναμένεται μεταξύ 2030 και 2050 στις πόλεις της Μανίλα και της Μπανγκόκ, ενώ σε πόλεις της Ινδίας, όπως το Τσενάι και το Νέο Δελχί, οι δείκτες θα παραμείνουν σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Η αυξανόμενη κλιματική μεταβλητότητα δημιουργεί και επιπλέον προκλήσεις για την αξιοπιστία της ενεργειακής τροφοδοσίας. Τα κέντρα δεδομένων ήδη καταναλώνουν περίπου 1,5% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ενέργειας, με την πρόβλεψη το ποσοστό αυτό να φτάσει το 3% έως το 2030. Η ψύξη αντιστοιχεί σήμερα έως και στο 40% της κατανάλωσης, ενώ το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί λόγω των υψηλότερων θερμοκρασιών.
Ο Δείκτης Ενεργειακής Υποδομής αξιολογεί τις χώρες ως προς την ικανότητα παραγωγής και διανομής ενέργειας. Το 70% των μεγάλων κέντρων δεδομένων σήμερα χαρακτηρίζεται ως χαμηλού κινδύνου. Ωστόσο, η υψηλή θερμοκρασία μειώνει την αποδοτικότητα της μετάδοσης ηλεκτρικής ενέργειας και αυξάνει την πιθανότητα αστάθειας σε περιόδους αιχμής.
Τα κέντρα δεδομένων είναι ευαίσθητα σε διακοπές τροφοδοσίας. Αν και διαθέτουν προσωρινά συστήματα εφεδρείας, η μετάβαση σε αυτά δεν είναι απόλυτα αξιόπιστη και μπορεί να επιβαρύνει τα δίκτυα με απότομες μεταβολές. Επιπλέον, οι γηρασμένες υποδομές σε περιοχές που θεωρούνται σήμερα χαμηλού κινδύνου ενδέχεται να μην αντέξουν τις προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών.
Σύμφωνα με τον Δείκτη Κλιματικών Κινδύνων της Verisk Maplecroft, το 27% των κορυφαίων κόμβων διεθνώς –κυρίως σε Ασία και Μέση Ανατολή– αναμένεται να αντιμετωπίζει υψηλό ή πολύ υψηλό κίνδυνο έως το 2050. Σχεδόν όλοι θα αντιμετωπίζουν τουλάχιστον μέτριο κίνδυνο, με αυξανόμενη έκθεση σε φαινόμενα όπως καταιγίδες, καύσωνες και άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα.
