Σε μία στρατηγική παρέμβαση για το μέλλον του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα, ο Γενικός Διευθυντής της Ένωσης Γερμανικών Τραπεζών, Heiner Herkenhoff, με άρθρο του στην Handelsblatt, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις γεωπολιτικές και ρυθμιστικές προκλήσεις που αναδύονται από την κυριαρχία των αμερικανικών παρόχων τεχνολογίας cloud. Τονίζει την επιτακτική ανάγκη για μία στρατηγική επανεξέταση, υπογραμμίζοντας ότι ενώ ο ψηφιακός μετασχηματισμός των τραπεζών είναι μονόδρομος με ραχοκοκαλιά το cloud, η υφιστάμενη εξάρτηση από μη ευρωπαϊκές υποδομές δημιουργεί ένα πλέγμα πραγματικών κινδύνων που απαιτούν άμεση αντιμετώπιση.
Η συντριπτική πλειοψηφία των κρίσιμων δραστηριοτήτων εξωτερικής ανάθεσης στο cloud από τις γερμανικές, και κατ’ επέκταση ευρωπαϊκές, τράπεζες, διεκπεραιώνεται από αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς όπως οι Amazon Web Services (AWS), Microsoft Azure και Google Cloud. Οι ευρωπαίοι πάροχοι, σύμφωνα με τον Herkenhoff, διαδραματίζουν μέχρι σήμερα έναν δευτερεύοντα ρόλο, καθώς συχνά δεν μπορούν να ανταγωνιστούν το επίπεδο των υπηρεσιών, την παγκόσμια διαθεσιμότητα και τα πρότυπα κυβερνοασφάλειας των αμερικανικών εταιρειών. Ωστόσο, σημειώνει πως η αγορά δεν παραμένει στάσιμη, με γερμανικές εταιρείες όπως η StackIT του ομίλου Schwarz να εισέρχονται δυναμικά με εξειδικευμένες προσφορές στους τομείς της ασφάλειας και της κυριαρχίας των δεδομένων.
Αυτή η ασυμμετρία στην αγορά, εξηγεί ο ίδιος, δεν συνιστά απλώς ένα ζήτημα βιομηχανικής πολιτικής, αλλά ενέχει και σοβαρούς γεωπολιτικούς κινδύνους. Η εξωεδαφική νομοθεσία των ΗΠΑ, όπως ο νόμος «Cloud Act», θα μπορούσε θεωρητικά να επιτρέψει στις αμερικανικές αρχές την πρόσβαση σε ευαίσθητα χρηματοοικονομικά δεδομένα ευρωπαϊκών τραπεζών. Παράλληλα, όπως αναφέρει, οι τράπεζες οφείλουν να ενσωματώνουν στη διαχείρισή τους την πιθανότητα ενός σεναρίου «Kill Switch», δηλαδή της αιφνίδιας διακοπής της πρόσβασης στα συστήματα, ένα ενδεχόμενο που, αν και σήμερα μοιάζει μη ρεαλιστικό, εντούτοις υφίσταται ως παράγοντας πολιτικής αβεβαιότητας.
Το ρυθμιστικό περιβάλλον στην Ευρώπη, κατά την ανάλυσή του, καθίσταται ολοένα και πιο απαιτητικό, με σειρά κανόνων να αυξάνουν τις υποχρεώσεις ελέγχου και αναφοράς για τις τράπεζες, καθιστώντας πιο σύνθετη τη συνεργασία με διεθνείς παρόχους. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, οι μεγάλοι πάροχοι cloud ρυθμίζονται πλέον και αυτοί ενιαία στην ΕΕ. Ιδιαίτερη ανησυχία, ωστόσο, προκαλεί το σχεδιαζόμενο Ευρωπαϊκό Σχέδιο Πιστοποίησης για το Cloud (EUCS), το οποίο, παρά τον στόχο του για διαφάνεια και ασφάλεια, εγείρει κριτική. Οι συζητούμενες απαιτήσεις, προειδοποιεί, ενδέχεται να οδηγήσουν σε έναν de facto αποκλεισμό των μη ευρωπαίων παρόχων, γεγονός που θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την καινοτομική ικανότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Η πρόταση για τη δημιουργία ενός «Ευρωπαϊκού Cloud» επανέρχεται στο προσκήνιο, όμως ο δρόμος είναι μακρύς, καθώς απαιτεί επενδύσεις δισεκατομμυρίων και την κοινή βούληση της Πολιτικής, της Οικονομίας και των Ρυθμιστικών Αρχών. Μια πιο ρεαλιστική λύση, κατά τον Herkenhoff, θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός «κυρίαρχου ευρωπαϊκού cloud» ως θυγατρική των μεγάλων αμερικανικών εταιρειών, με κρίσιμο ερώτημα όμως τον πραγματικό βαθμό ανεξαρτησίας μιας τέτοιας δομής.
Καταλήγοντας, ο Herkenhoff υποστηρίζει ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να διολισθήσει σε προστατευτικά αντανακλαστικά, καθώς η απομόνωση από τις παγκόσμιες τεχνολογικές εξελίξεις θα έπληττε την ανταγωνιστικότητα και την ψηφιακή της ανθεκτικότητα. Αντ’ αυτού, τονίζει, η εστίαση πρέπει να στραφεί στην οικοδόμηση μιας ισχυρής ευρωπαϊκής αγοράς. Σε αυτή την προσπάθεια, οι ιδιωτικές τράπεζες μπορούν να αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο, όχι μόνο ως χρήστες, αλλά και ως επενδυτές και ενεργοποιητές. Με τον τρόπο αυτό, καταλήγει, μπορούν να εξελιχθούν από απλοί αποδέκτες κανονισμών σε πραγματικούς κινητήριους μοχλούς της ψηφιακής κυριαρχίας στην Ευρώπη.
