Η αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη ρύθμιση του ψηφιακού χώρου κορυφώνεται, με αφορμή την παρουσίαση της ενδιάμεσης, 37 σελίδων έκθεσης της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, που χαρακτηρίζει τον Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες της ΕΕ (Digital Services Act – DSA) ως «απειλή ξένης λογοκρισίας». Η έρευνα, που ξεκίνησε με κλητεύσεις τον Φεβρουάριο του 2025 και διήρκεσε πέντε μήνες, βασίστηκε σε αλληλογραφία και έγγραφα ανάμεσα σε στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τον πρόεδρο της επιτροπής Τζιμ Τζόρνταν, πρακτικά από εμπιστευτικά εργαστήρια και συναντήσεις, αλλά και αιτήματα αφαίρεσης περιεχομένου σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Πολωνία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, το DSA δίνει στις ευρωπαϊκές αρχές τη δυνατότητα να επιβάλλουν πρόστιμα που φθάνουν το 6% των παγκόσμιων εσόδων μιας πλατφόρμας, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούν να διακόψουν προσωρινά τη λειτουργία της εντός της ΕΕ. Η αμερικανική έκθεση επισημαίνει ότι το πλαίσιο αυτό ασκεί σημαντική πίεση στις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες, οι οποίες συχνά διατηρούν ενιαίες πολιτικές διαχείρισης περιεχομένου σε όλο τον κόσμο, οδηγώντας τελικά στην επιβολή των ευρωπαϊκών προτύπων ακόμα και σε αναρτήσεις χρηστών εκτός ΕΕ.
Ένα από τα βασικά παραδείγματα που αναδεικνύει η έκθεση αφορά εργαστήριο του DSA, όπου εξετάστηκε σενάριο ανάρτησης με τη φράση «πρέπει να πάρουμε πίσω τη χώρα μας» κάτω από φωτογραφία γυναίκας με χιτζάμπ και λεζάντα «τρομοκράτης μεταμφιεσμένη». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτήρισε το συγκεκριμένο περιεχόμενο ως παράνομο λόγο μίσους, ενώ η αμερικανική πλευρά θεωρεί ότι η φράση αυτή είναι συνήθης πολιτική τοποθέτηση που χρησιμοποιείται ακόμη και από κορυφαία στελέχη, όπως η αντιπρόεδρος Καμάλα Χάρις. Σημειώνεται ότι το εργαστήριο παρέμεινε εμπιστευτικό, γεγονός που προκάλεσε περαιτέρω αντιδράσεις από το Κογκρέσο.
Το κείμενο της έκθεσης διατυπώνει επίσης την άποψη ότι ο DSA χρησιμοποιείται για να περιορίσει τον πολιτικό διάλογο, συμπεριλαμβανομένων του χιούμορ και της σάτιρας, με τη λογοκρισία να στοχεύει σχεδόν αποκλειστικά σε συντηρητικές απόψεις. Παράλληλα, ασκείται κριτική στο ευρωπαϊκό σύστημα τρίτων μερών (trusted flaggers, φορείς εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, fact-checkers), τονίζοντας ότι δεν διασφαλίζεται πραγματική ανεξαρτησία από τις ρυθμιστικές αρχές και ότι υπάρχουν συγκρούσεις συμφερόντων ως προς τη χρηματοδότηση και τις σχέσεις τους με τις εταιρείες τεχνολογίας.
Επιπλέον, η έκθεση υπογραμμίζει πως το καθεστώς των Πολύ Μεγάλων Διαδικτυακών Πλατφορμών (VLOPs), που αφορά πλατφόρμες με πάνω από 45 εκατομμύρια μηνιαίους ενεργούς χρήστες (Monthly Active Users – MAU) στην ΕΕ, επιβαρύνει κυρίως μη ευρωπαϊκές εταιρείες. Ενδεικτικά, αναφέρεται η περίπτωση της Spotify, η οποία, διαχωρίζοντας τις υπηρεσίες μουσικής και podcast, απέφυγε τις αυστηρότερες απαιτήσεις, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2025, η σουηδική εταιρεία μετρά 689 εκατομμύρια μηνιαίους ενεργούς χρήστες, με το 37% αυτών να βρίσκεται στην Ευρώπη. Η έκθεση αναφέρει πως σε ευρωπαϊκές εταιρείες προσφέρονται, μέσω παρακάμψεων, δυνατότητες αποφυγής των αυστηρότερων ρυθμίσεων.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω του εκπροσώπου της Τόμας Ρενιέ, τόνισε ότι η ελευθερία της έκφρασης είναι θεμελιώδες δικαίωμα που βρίσκεται στον πυρήνα του ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου και διαβεβαίωσε ότι τίποτα στον DSA δεν απαιτεί την αφαίρεση νόμιμου περιεχομένου. Ο Ρενιέ ανέφερε πως το 99% των αποφάσεων διαχείρισης περιεχομένου λαμβάνεται αυτόνομα από τις πλατφόρμες, βάσει των δικών τους όρων χρήσης, ενώ τα αιτήματα αφαίρεσης κατόπιν εντολής ρυθμιστικών αρχών ανέρχονται σε λιγότερο από το 0,001%. Επιπλέον, η Επιτροπή διαβεβαίωσε ότι το DSA είναι απολιτικό και δεν καθορίζει τι συνιστά παράνομο περιεχόμενο, ενώ ορισμένοι ευρωπαίοι αξιωματούχοι αποδίδουν τη σφοδρή αμερικανική αντίδραση στην προσπάθεια υπεράσπισης συμφερόντων των μεγάλων αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αμερικανική πλευρά, δια του Λευκού Οίκου και του Υπουργείου Εξωτερικών, έχει εδώ και μήνες εκφράσει τη διαφωνία της με το ρυθμιστικό πλαίσιο της ΕΕ, κατηγορώντας το για υπερβολικές απαιτήσεις που στοχεύουν αμερικανικές εταιρείες και περιορίζουν την ελευθερία του λόγου. «Στα χαρτιά, ο DSA είναι κακός. Στην πράξη, είναι ακόμη χειρότερος», αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση της αμερικανικής επιτροπής.
Στο πλαίσιο της συνέχισης του διαλόγου, δικομματική αντιπροσωπεία του αμερικανικού Κογκρέσου πρόκειται να επισκεφθεί τις Βρυξέλλες, όπου θα έχει συνάντηση με την εκτελεστική αντιπρόεδρο της Επιτροπής για την ψηφιακή πολιτική, Henna Virkkunen, τη Δευτέρα. Στόχος είναι να συζητηθούν οι διαφορές σε θέματα λογοκρισίας και ελευθερίας της έκφρασης που έχουν ανακύψει από την εφαρμογή του DSA και να αποσαφηνιστούν οι θέσεις των δύο πλευρών.
