Τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στο ψηφιακό οικοσύστημα. Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι μένουν πίσω στις τεχνολογικές εξελίξεις παρότι επενδύουν σημαντικά ποσά σε υποδομές και φάσμα. Η πραγματική αξία έχει μετατοπιστεί από τη συνδεσιμότητα στις ψηφιακές πλατφόρμες και στους hyperscalers.
Παράλληλα τα έσοδα των τηλεπικοινωνιακών παρόχων παραμένουν στάσιμα και πολλές φορές μειωμένα παρότι η κίνηση των δικτύων έχει αυξηθεί δραματικά την τελευταία δεκαετία και αναμένεται να εκτοξευθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια.
Η λύση στο πρόβλημα αυτό προφανώς και δεν είναι ένα ακόμα τεχνολογικό άλμα όπως να κυνηγήσουμε το επόμενο τεχνολογικό “G”. Για παράδειγμα, στην κινητή τηλεφωνία, το πέρασμα στο 5G δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη αύξηση στην απόδοση του κλάδου. Στην πραγματικότητα αυτό που χρειάζεται είναι μια αλλαγή νοοτροπίας, σκέψεις και προτεραιοτήτων, στη δομή και στην αποστολή των εταιρειών τηλεπικοινωνιών.
Από το ARPU και τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές σε δείκτες απόδοσης της νέας εποχής και συνδυασμένες υποδομές
Το μέσο έσοδο ανά χρήστη πρέπει να πάψει να αποτελεί δείκτη επιτυχίας. Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι θα πρέπει να στραφούν σε άλλες μετρικές που να αποτυπώνουν την πραγματική αξία στη νέα εποχή όπως την καθυστέρηση, ενεργειακή απόδοση και δυνατότητα υποστήριξης ΑΙ κίνησης.
Ταυτόχρονα, δεν είναι αρκετή πια μια επένδυση σε τηλεπικοινωνιακές υποδομές αλλά μια συνδυασμένη επένδυση σε τηλεπικοινωνιακές και υπολογιστικές υποδομές. Άρα λοιπόν απαιτείται η «έξυπνη» κατανομή κεφαλαίων σε περιοχές που θα ορίσουν το μέλλον όπως η υπολογιστική άκρου (edge computing), οι εγκαταστάσεις GPUs, οι καινοτόμες αρχιτεκτονικές δικτύων, τα ενεργειακά αποδοτικά κέντρα δεδομένων (data centers) αλλά και η διαχείριση δεδομένων και κίνησης σε πραγματικό χρόνο.
Ανοιχτά προγραμματιζόμενα δίκτυα και διεπαφές
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τα δίκτυα θα πρέπει να πάψουν να λειτουργούν ως μαύρα κουτιά συνδεσιμότητας. Για δεκαετίες, τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα λειτούργησαν ως κλειστά, στατικά συστήματα, αυστηρά ελεγχόμενα από τον πάροχο, χωρίς δυνατότητα εξωτερικής παρέμβασης ή επέκτασης. Αυτή η αρχιτεκτονική, παρόλο που εξασφάλιζε αξιοπιστία και ασφάλεια, περιορίζει δραστικά την καινοτομία, την ευελιξία και την ικανότητα προσαρμογής στις νέες ανάγκες της ψηφιακής εποχής.
Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και των αυτόνομων συστημάτων απαιτείται ριζική αλλαγή. Τα δίκτυα θα πρέπει να μετατραπούν από κλειστά και αδιαφανή συστήματα σε προγραμματιζόμενα, ευέλικτα και ανοικτά. Οι πάροχοι θα πρέπει να δίνουν τη δυνατότητα σε προγραμματιστές, επιχειρήσεις και οργανισμούς να εκμεταλλεύονται συγκεκριμένες δυνατότητες του δικτύου όπως καθυστέρηση κατά παραγγελία, δυναμικά τεμάχια δικτύου (slices) και αναλυτικά στοιχεία σε πραγματικό χρόνο (real-time analytics) μέσω κατάλληλων διεπαφών (APIs), ώστε να αναπτύσσουν νέες υπηρεσίες και εφαρμογές προσαρμοσμένες στις ανάγκες τόσο των ίδιων όσο και των πελατών τους. Έτσι, το δίκτυο θα πρέπει να γίνει η πλατφόρμα πάνω στην οποία αναπτύσσεται ένα ολόκληρο οικοσύστημα καινοτομίας. Πρόκειται δηλαδή από τη μια για μια μετατόπιση του ανταγωνισμού των τηλεπικοινωνιακών παρόχων από το επίπεδο των τιμών και του όγκου δεδομένων στο επίπεδο δημιουργίας προστιθέμενης αξίας και από την άλλη για μια αλλαγή του ρόλου τους από απλοί πάροχοι σε επιταχυντές του ψηφιακού μετασχηματισμού και σε αξιόπιστους διαχειριστές της ιδιωτικότητας, της ασφάλειας και της συμμόρφωσης με τις τοπικές ρυθμίσεις δίνοντας τους ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Επαναπροσδιορισμός δικτυακής κίνησης
Σε μια εποχή που κυριαρχείται από την τεχνητή νοημοσύνη και το διαδίκτυο των πραγμάτων, θα πρέπει επίσης να επανεξετάσουμε και να επαναπροσδιορίσουμε τη μορφή της κίνησης που πλημμυρίζει τα δίκτυα. Η κίνηση παύει να είναι κυρίως κατερχόμενη (downstream) που παράγεται κατά κύριο λόγο από video streaming και browsing. Στη νέα εποχή, θα αυξηθεί δραματικά η ανερχόμενη κίνηση (upstream) που θα προέρχεται από α) αυτόνομους agents που επικοινωνούν μεταξύ τους με απαιτήσεις σε καθυστέρηση που τα σημερινά δίκτυα δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν, β) αισθητήρες, γυαλιά επαυξημένης πραγματικότητας και drones, γ) μικρο-ριπές δεδομένων από μηχανές συμπερασμάτων (inference engines) και δ) εφήμερες ροές (ephemeral flows) που εκκινούν και σταματούν σε κλάσματα του δευτερολέπτου.
Αλλαγή στο οικονομικό μοντέλο και ανάγκη για στρατηγική αναπροσαρμογή
Και όλα αυτά ενώ το οικονομικό μοντέλο των GBs/μήνα καθίσταται άνευ σημασίας. Οι νέοι πελάτες δεν αγοράζουν “όγκο δεδομένων” αλλά εγγυημένες επιδόσεις: καθυστέρηση, επεξεργαστική ισχύ κ.ά. Εκεί μετατοπίζεται η αξία, στην ποιότητα και προβλεψιμότητα της εμπειρίας και όχι στην ποσότητα. Και δυστυχώς αυτά τα χαρακτηριστικά τα προσφέρουν ήδη οι hyperscalers.
Σε ένα τοπίο λοιπόν που αλλάζει με καταιγιστικούς ρυθμούς, οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι αν θέλουν να επιζήσουν, δεν θα πρέπει να μείνουν στάσιμη σχεδιάζοντας δίκτυα που θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά από ανθρώπους ενώ οι κύριοι πελάτες στο εγγύς μέλλον θα είναι μηχανές και αισθητήρες, που θα απαιτούν υποδομές σε πραγματικό χρόνο.
Συμπεράσματα
Ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Παρά τις επενδύσεις και την τεχνογνωσία, οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι (Telcos) χάνουν έδαφος σε ένα οικοσύστημα που μεταβάλλεται δραματικά. Η συνδεσιμότητα δεν είναι πλέον αρκετή. Η επιβίωση και η μελλοντική επιτυχία προϋποθέτουν μια ολική αναδιάταξη: από τη μετατόπιση των επιχειρηματικών μοντέλων, μέχρι τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό των ίδιων των δικτύων. Οι πάροχοι που θα τολμήσουν να μετεξελιχθούν σε ανοικτές, ευέλικτες, υπολογιστικά ενισχυμένες πλατφόρμες και να αντιμετωπίσουν την τεχνητή νοημοσύνη όχι ως απειλή αλλά ως ευκαιρία, είναι αυτοί που θα ηγηθούν στο νέο ψηφιακό τοπίο.
Γράφει ο Ιωάννης Νεοκοσμίδης, CEO, InCites Consulting
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InfoCom
