Στην καρδιά της ελληνικής και παγκόσμιας οικονομίας, οι οικογενειακές επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της, κρύβοντας μέσα τους μια θεμελιώδη αντίφαση: το ίδιο στοιχείο που τις κάνει πανίσχυρες, μπορεί να τις οδηγήσει σε αδιέξοδο. Το έντονο συναισθηματικό δέσιμο είναι το «DNA» τους, μια δύναμη που γεννά πάθος και ανθεκτικότητα, αλλά ταυτόχρονα και η «αχίλλειος πτέρνα» τους, όταν οι αποφάσεις θολώνουν από την αγάπη και τον φόβο.
Για τη Μαρίκα Λάμπρου, Σύμβουλο Επιχειρήσεων και Συγγραφέα, η κατανόηση αυτής της διπλής «όψης» είναι το κλειδί για την επιβίωση και την ανάπτυξή τους στη σύγχρονη εποχή. Με πάνω από το 80% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα να ανήκουν σε αυτή την κατηγορία -ποσοστό εφάμιλλο του παγκόσμιου- η συζήτηση ξεφεύγει από τη στενή εικόνα της «μικρής επιχείρησης». Όπως τονίζει η κα Λάμπρου, κολοσσοί όπως η Walmart, η TATA, αλλά και ο ελληνικός ΤΙΤΑΝΑΣ, αποτελούν τρανά παραδείγματα της δυναμικής τους. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια της επιτυχίας, κρύβονται προκλήσεις που ορίζουν το μέλλον τους.
Η διαδοχή περιγράφεται ως ο «μεγαλύτερος γρίφος», με τον φόβο απέναντι στην αλλαγή να αποτελεί το πρωταρχικό εμπόδιο. «Δυσκολεύονται να αφήσουν το τιμόνι γιατί πονάνε», εξηγεί, αναφερόμενη στους ιδρυτές που ταυτίζουν την πορεία της επιχείρησης με τη δική τους ύπαρξη. Αυτός ο φόβος, σε συνδυασμό με το ισχυρό «εγώ» και τη ματαιοδοξία που συχνά συνοδεύει την επιτυχία, οδηγεί σε τραγικές καταστάσεις, με ιδρυτές 80 και 90 ετών να αρνούνται να εμπιστευτούν τα παιδιά τους, τα οποία βρίσκονται ήδη σε ώριμη ηλικία. Η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι αμφίδρομη: η παλαιότερη γενιά πιστεύει πως υπάρχει «μόνο ένας δρόμος προς την επιτυχία», ενώ η νεότερη συχνά θεωρεί τα κεκτημένα δεδομένα, χωρίς να αναγνωρίζει τις θυσίες που προηγήθηκαν.
Πώς μπορεί, λοιπόν, να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα; Σύμφωνα με τη σύμβουλο επιχειρήσεων, η λύση δεν είναι η απότομη αλλαγή φρουράς, αλλά η καθιέρωση μιας ουσιαστικής μεταβατικής περιόδου. «Συνήθως αυτή η μεταβατική περίοδος είναι πάρα πολύ μικρή», επισημαίνει, τονίζοντας ότι απαιτείται ένα διάστημα συμπόρευσης, διάρκειας τριών έως πέντε ετών, όπου οι δύο γενιές θα μοιράζονται την εξουσία και τη λήψη αποφάσεων. Αυτή η περίοδος επιτρέπει την ομαλή μεταβίβαση γνώσης και την καλλιέργεια της υπομονής, ενός στοιχείου που, όπως παρατηρεί, λείπει και από τις δύο πλευρές.
Ένα από τα πιο κρίσιμα πεδία σύγκρουσης είναι το σημείο όπου οι επαγγελματικοί και οι συναισθηματικοί δεσμοί συγχέονται. Η κα Λάμπρου περιγράφει πώς η υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη των ηγετών αυτών των επιχειρήσεων μοιάζει να καλύπτεται από ένα «πέπλο» όταν πρόκειται για αποφάσεις που αφορούν την οικογένεια. «Αρχίζουν και μπαίνουν τα οικογενειακά κριτήρια μέσα στα επιχειρηματικά», με αποτέλεσμα να δίνονται χάρες, να παραβλέπονται αδυναμίες και να απουσιάζει η αξιοκρατία, ώστε να μην πληγωθούν οι σχέσεις. Αυτό τροφοδοτεί και τη «στρεβλή αντίληψη» ότι μόνο η οικογένεια πονάει την επιχείρηση, δημιουργώντας ένα τοξικό περιβάλλον για τα ικανά, εξωτερικά στελέχη, τα οποία συχνά αξιολογούνται με πολύ αυστηρότερα κριτήρια από τα μέλη της οικογένειας, που σπανίως έχουν συγκεκριμένους στόχους ή λογοδοτούν για την απόδοσή τους.
Για την προστασία τόσο των σχέσεων όσο και της επιχείρησης, η κα Λάμπρου προτείνει μια ριζοσπαστική αλλά αναγκαία συμφωνία: «όταν περνάμε το κατώφλι της επιχείρησης, είμαστε ο διευθυντής παραγωγής, η υπεύθυνη marketing». Η επιχείρηση, τονίζει, πρέπει να είναι πάνω από την οικογένεια, χρησιμοποιώντας την παρομοίωση της αγελάδας που πρέπει να την ταΐζεις για να μπορείς να την αρμέγεις. Εργαλεία όπως το οικογενειακό καταστατικό και τα οικογενειακά συμβούλια είναι απαραίτητα για να θέσουν κανόνες και να διαχειριστούν τις εντάσεις. Παράλληλα, στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς τη νέα γενιά: αν το όνειρό τους βρίσκεται αλλού, το να ακολουθήσουν έναν δρόμο που δεν τους εκφράζει είναι λάθος τόσο για τους ίδιους όσο και για την επιχείρηση.
Μπορεί, τελικά, μια παραδοσιακή οικογενειακή επιχείρηση να πρωταγωνιστήσει στη νέα εποχή; Η απάντηση της κας Λάμπρου είναι κατηγορηματικά θετική. Το μυστικό, υποστηρίζει, βρίσκεται στα ίδια τα χαρακτηριστικά που τις ορίζουν: η ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων και η ευελιξία. Αυτά τα στοιχεία, αν συνδυαστούν με εξωστρέφεια και διάθεση για πειραματισμό, μπορούν να δώσουν τεράστιο προβάδισμα. Το τελικό συμπέρασμα είναι πως η επιτυχία δεν κρύβεται στην άρνηση της παράδοσης, αλλά στην «ώσμωση μεταξύ του νέου που πρέπει να έρθει και του παλιού», κρατώντας τα καλά στοιχεία και αφήνοντας πίσω τον φόβο που κρατά την επιχείρηση δέσμια του παρελθόντος.
