Εντός του 2026 αναμένεται να ξεκινήσει από τη ΔΕΗ η κατασκευή ενός Data Center ισχύος 300 MW στην πρώην λιγνιτική περιοχή της Κοζάνης στη Βόρεια Ελλάδα, με στόχο τη λειτουργία της πρώτης φάσης έως τα τέλη του 2028.
Το έργο εντάσσεται στο νέο Στρατηγικό Σχέδιο της ΔΕΗ και οι σχετικές κεφαλαιουχικές δαπάνες εκτιμώνται σε 1,2 δισ. ευρώ.
Οι παραπάνω ανακοινώσεις έγιναν με αφορμή τη δημοσιοποίηση της πρόθεσης της ΔΕΗ να προχωρήσει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ, καθώς και του επενδυτικού της προγράμματος για την περίοδο 2026–2030, συνολικού ύψους 24,2 δισ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει επενδύσεις σε τομείς ενέργειας και τεχνολογίας.
Όπως επισημάνθηκε, η εταιρεία βρίσκεται σε εμπιστευτικές, εν εξελίξει διαπραγματεύσεις με κορυφαίους παρόχους υπερκλίμακας (hyperscalers) για την ανάπτυξη της συγκεκριμένης υποδομής.
Αναφερόμενος στο έργο, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου ΔΕΗ, Γεώργιος Στάσσης, σημείωσε ότι «αναπτύσσουμε ενεργά ένα Data Center ισχύος 300 MW στην πρώην λιγνιτική περιοχή της Κοζάνης στην Ελλάδα, το οποίο θα αξιοποιεί την τοπική ενεργειακή παραγωγή και θα δημιουργήσει νέα οικονομική αξία για την περιοχή».
Στο πλαίσιο του Στρατηγικού Σχεδίου επισημαίνεται ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά την επόμενη δεκαετία, μεταξύ άλλων λόγω της δημιουργίας νέων Data Centers. Για την αξιοποίηση των ευκαιριών αυτών, ο Όμιλος ΔΕΗ επενδύει, πέραν των ενεργειακών συστημάτων και σε υποδομές για Data Centers.
Σύμφωνα με το Στρατηγικό Σχέδιο, οι συνολικές κεφαλαιουχικές δαπάνες του Ομίλου για την πενταετία 2026–2030 ανέρχονται σε 24,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 95% κατευθύνεται σε αναπτυξιακά έργα και το 48% εκτός Ελλάδος. Ως προς τη χρηματοδότηση, το 54% προβλέπεται να καλυφθεί από λειτουργικές ταμειακές ροές, το 31% από αύξηση του καθαρού δανεισμού και το 15% από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.
Η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, η οποία θα τεθεί προς έγκριση στη γενική συνέλευση των μετόχων στις 14 Μαΐου 2026 και αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τα τέλη του ίδιου μήνα, αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη διατήρηση του δείκτη καθαρού χρέους προς EBITDA σημαντικά κάτω από το όριο του 3,5x, σε συμμόρφωση με τις χρηματοοικονομικές δεσμεύσεις του Ομίλου.
