Ένα αεροσκάφος που μετέφερε την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, στη Βουλγαρία αναγκάστηκε να καταφύγει σε χειροκίνητες τεχνικές πλοήγησης έπειτα από παρεμβολές στο σήμα GPS, τις οποίες οι αρχές απέδωσαν στη Ρωσία. Το γεγονός επιβεβαιώθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η αναπληρώτρια επικεφαλής εκπρόσωπος, Arianna Podestà, δήλωσε ότι το ναυλωμένο αεροσκάφος πράγματι δεν είχε τη δυνατότητα πρόσβασης σε σήματα GPS την Κυριακή καθώς πλησίαζε την πόλη του Πλόβντιβ. Η ίδια διευκρίνισε ότι οι βουλγαρικές αρχές πιστεύουν ότι η Ρωσία διεξήγαγε τις παρεμβολές και ότι η Επιτροπή αποδέχεται αυτή τη θεωρία.
Η εκπρόσωπος Anna-Kaisa Itkonen συμπλήρωσε, λέγοντας ότι η Ευρώπη «παρατηρεί αρκετά συχνά τέτοια φαινόμενα», ειδικά στην ανατολική της πτέρυγα, δηλαδή στα κράτη που βρίσκονται πλησιέστερα στη Ρωσία. Η τεχνική των παρεμβολών (jamming) περιλαμβάνει την εκπομπή ραδιοκυμάτων στις ίδιες συχνότητες με τους δορυφόρους GPS. Καθώς οι δορυφόροι αυτοί βρίσκονται περίπου 20.000 χιλιόμετρα πάνω από τη Γη, τα σήματά τους είναι αρκετά αδύναμα και ένας επίγειος πομπός μπορεί να τα υπερκαλύψει. Είναι επίσης δυνατή η πλαστογράφηση (spoofing) των πληροφοριών από τους δορυφόρους, σε μια προσπάθεια παραπλάνησης όσων βασίζονται στη δορυφορική πλοήγηση.
Οι εκπρόσωποι δεν περιέγραψαν την ακριβή φύση του περιστατικού ούτε τον τρόπο με τον οποίο το προεδρικό αεροσκάφος το αντιμετώπισε. Η Itkonen ανέφερε τις διαδικασίες μετάβασης από τον αυτόματο πιλότο στη χειροκίνητη πτήση και σημείωσε ότι οι κυρώσεις της ΕΕ κατά της Ρωσίας έχουν στοχοποιήσει εταιρείες που θεωρείται ότι παρέχουν στη Μόσχα δυνατότητες παρεμβολών GPS.
Το ζήτημα προκάλεσε την αντίδραση του Επιτρόπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Άμυνα και το Διάστημα, Andrius Kubilius, ο οποίος έγραψε στον λογαριασμό του στο X: «oι παρεμβολές και η πλαστογράφηση σημάτων βλάπτουν τις οικονομίες μας στους τομείς των αερομεταφορών, των θαλάσσιων και των χερσαίων μεταφορών». Πρόσθεσε ότι η Ένωση «θα αυξήσει τους δορυφόρους σε χαμηλή γήινη τροχιά για μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και θα ενισχύσουμε την ανίχνευση παρεμβολών».
Αναγνωρίζοντας την κρισιμότητα της κατάστασης, η Διεθνής Ένωση Αερομεταφορών (IATA) και ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ασφάλεια της Αεροπορίας (EASA) έχουν ήδη δημοσιοποιήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τον μετριασμό των κινδύνων που απορρέουν από τις παρεμβολές στο παγκόσμιο δορυφορικό σύστημα πλοήγησης (GNSS). Το σχέδιο αποτέλεσε μέρος των συμπερασμάτων ενός κοινού εργαστηρίου με αντικείμενο το συγκεκριμένο θέμα.
Δεδομένης της συνεχούς αύξησης της συχνότητας των παρεμβολών, το εργαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι απαιτείται μια ευρύτερη και πιο συντονισμένη προσέγγιση, εστιάζοντας σε τέσσερις βασικούς τομείς: βελτιωμένη συλλογή πληροφοριών, ισχυρότερα μέτρα πρόληψης και μετριασμού, αποτελεσματικότερη χρήση των υποδομών και της διαχείρισης του εναέριου χώρου, και ενισχυμένος συντονισμός και ετοιμότητα μεταξύ των αρμόδιων φορέων.
Τα αναφερόμενα περιστατικά παρεμβολών στα σήματα GNSS αυξάνονται τα τελευταία χρόνια στην Ανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, ενώ παρόμοια συμβάντα έχουν αναφερθεί και σε άλλες τοποθεσίες παγκοσμίως. «Οι διαταραχές του GNSS εξελίσσονται τόσο ως προς τη συχνότητα όσο και ως προς την πολυπλοκότητα. Δεν περιοριζόμαστε πλέον απλώς στον έλεγχο των παρεμβολών GNSS, αλλά πρέπει να οικοδομήσουμε ανθεκτικότητα», είχε δηλώσει ο Jesper Rasmussen, Διευθυντής Πτητικών Προτύπων του EASA.
«Ο αριθμός των περιστατικών απώλειας σήματος του παγκόσμιου συστήματος εντοπισμού θέσης (GPS) αυξήθηκε κατά 220% μεταξύ 2021 και 2024, σύμφωνα με τα δεδομένα της IATA από την πλατφόρμα Global Aviation Data Management Flight Data eXchange (GADM FDX)», τόνισε ο Nick Careen, Ανώτερος Αντιπρόεδρος της IATA. «Με τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, είναι δύσκολο να αντιστραφεί αυτή η τάση στο εγγύς μέλλον. Το επόμενο βήμα είναι να προωθήσει ο Διεθνής Οργανισμός Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO) αυτές τις λύσεις με παγκόσμια εναρμόνιση προτύπων, καθοδήγησης και αναφορών. Αυτό πρέπει να αποτελέσει υψηλή προτεραιότητα στη Συνέλευση του ICAO αργότερα φέτος».
Το εργαστήριο κατέληξε στο ότι τέσσερις άξονες δράσης είναι κρίσιμοι. Ο πρώτος είναι η ενισχυμένη αναφορά και παρακολούθηση, που περιλαμβάνει τη συμφωνία για τυποποιημένες ραδιοεπικοινωνίες για την αναφορά παρεμβολών και τυποποιημένη κωδικοποίηση στις Αναγγελίες προς Αεροναυτιλομένους (NOTAM), δηλαδή με κωδικούς Q, τον καθορισμό και την εφαρμογή διαδικασιών παρακολούθησης και προειδοποίησης σε πραγματικό χρόνο, και τη διασφάλιση της έγκαιρης διάδοσης πληροφοριών.
Ο δεύτερος άξονας είναι η πρόληψη και ο μετριασμός, μέσω αυστηρότερων ελέγχων (συμπεριλαμβανομένων περιορισμών στις εξαγωγές και την αδειοδότηση) σε συσκευές παρεμβολών και την υποστήριξη τεχνικών λύσεων για τη μείωση ψευδών προειδοποιήσεων εδάφους, τη βελτίωση της επίγνωσης μέσω φορητών ανιχνευτών πλαστογράφησης και την ταχεία ανάκτηση του εξοπλισμού GPS.
Ο τρίτος άξονας αφορά την υποδομή και τη διαχείριση του εναέριου χώρου, με τη διατήρηση ενός εφεδρικού δικτύου παραδοσιακών βοηθημάτων πλοήγησης και την καλύτερη αξιοποίηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων διαχείρισης εναέριας κυκλοφορίας (ATM), συμπεριλαμβανομένων των τακτικών δικτύων αεροναυτιλίας. Ο τέταρτος άξονας εστιάζει στον συντονισμό και την ετοιμότητα, βελτιώνοντας τη συνεργασία μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, την ανταλλαγή δεδομένων για περιστατικά ραδιοσυχνοτικών παρεμβολών (RFI) και την προετοιμασία για τις εξελισσόμενες απειλές, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones).
