Μια νέα έκθεση αποκαλύπτει τις τεράστιες απαιτήσεις που επιβάλλουν τα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης στο ηλεκτρικό δίκτυο, υποστηρίζοντας ότι τα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος για ιδιώτες και μικρές επιχειρήσεις στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού θα μπορούσαν να αυξηθούν δραματικά.
Ενόψει της επέκτασης των υποδομών από τεχνολογικούς κολοσσούς όπως η Amazon, η Google και η Microsoft, η πίεση στα ενεργειακά συστήματα γίνεται ασφυκτική. Σύμφωνα με τους New York Times, η ζήτηση ενέργειας από τα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης στις ΗΠΑ, η οποία το 2023 αντιστοιχούσε στο 4% της εθνικής κατανάλωσης, προβλέπεται να ανέλθει έως και στο 12% μέχρι το 2028. Παράλληλα, οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας αναδιαμορφώνουν ριζικά την αγορά, κατασκευάζοντας δικές τους μονάδες παραγωγής, αποτελώντας ταυτόχρονα καταναλωτές και παραγωγούς.
Η ενεργειακή ζήτηση της τεχνητής νοημοσύνης οφείλεται στο ότι η επεξεργασία των αλγορίθμων της είναι κατά πολύ πιο απαιτητική από υπηρεσίες όπως το streaming, με τον CEO της Amazon, Andy Jassy, να δηλώνει πως η διαθεσιμότητα ενέργειας είναι πλέον το κύριο εμπόδιο. Για να καλύψουν τις ανάγκες τους, οι εταιρείες παράγουν ιδιωτική ενέργεια χρησιμοποιώντας ανανεώσιμες πηγές, αεριοστρόβιλους και γεννήτριες ντίζελ, ενώ ορισμένες σχεδιάζουν ακόμη και πυρηνικούς αντιδραστήρες.
Ήδη, πωλούν την πλεονάζουσα ενέργεια στη χονδρική αγορά, με τις πωλήσεις την τελευταία δεκαετία να φτάνουν τα 2,7 δισεκατομμύρια δολάρια, κυρίως από το 2022 και μετά. Πέρα από την τεράστια ζήτηση, πρόβλημα αποτελεί και η έντονη μεταβλητότητα του φορτίου, που μπορεί να αποσταθεροποιήσει το δίκτυο προκαλώντας βλάβες σε ηλεκτρονικά είδη ή ενεργοποιώντας συστήματα προστασίας, οδηγώντας σε διαδοχικές διακοπές λειτουργίας.
Το κεντρικό ερώτημα που ανακύπτει είναι ποιος θα πληρώσει για την αναγκαία επέκταση του δικτύου. Οι hyperscale CSPs μπορεί να δεσμεύουν περισσότερη ισχύ από όση χρησιμοποιούν, με το κόστος της αχρησιμοποίητης υποδομής να επιβαρύνει τους καταναλωτές. Στη Βιρτζίνια, η καθυστέρηση λειτουργίας ενός κέντρου δεδομένων άφησε αχρησιμοποίητες υποδομές 42 εκατομμυρίων δολαρίων, αυξάνοντας τους τοπικούς λογαριασμούς.
Στο Οχάιο, η εταιρεία American Electric Power (AEP) πρότεινε ειδικό τιμολόγιο που υποχρεώνει τα κέντρα δεδομένων να πληρώνουν τουλάχιστον για το 85% της ισχύος που ζητούν. Οι τεχνολογικές εταιρείες αντέτειναν δέσμευση στο 75%, όμως η αρμόδια Επιτροπή Κοινής Ωφέλειας τάχθηκε υπέρ της AEP. Οι εταιρείες άσκησαν έφεση, χαρακτηρίζοντας την απόφαση «παράνομη και παράλογη».
Οι συνέπειες, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη μελέτη, είναι ήδη ορατές για τα νοικοκυριά. Από το 2020, οι μέσες τιμές οικιακού ρεύματος στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί πάνω από 30%. Μια μελέτη του Carnegie Mellon University και του North Carolina State University εκτιμά ότι θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά επιπλέον 8% σε εθνικό επίπεδο έως το 2030, ενώ σε πολιτείες όπως η Βιρτζίνια η αύξηση μπορεί να φτάσει το 25%.
Στο Οχάιο, οι λογαριασμοί αυξήθηκαν ήδη κατά τουλάχιστον 15 δολάρια μηνιαίως από τον Ιούνιο. Εκεί, ένας αχρησιμοποίητος υποσταθμός 500 MW για τις εγκαταστάσεις της Intel παραμένει σε αναμονή, καθώς το χρονοδιάγραμμα του έργου μετατέθηκε για την επόμενη δεκαετία, αν και θα μπορούσε να επισπευσθεί εάν η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποκτήσει μερίδιο στην Intel.
