Η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύεται σε κεντρικό παράγοντα της ψηφιακής και βιώσιμης μετάβασης, όπως καταγράφει μελέτη της Bank of America Global Research.
Η συνολική αγορά των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης εκτιμάται πλέον στα 10 τρισεκατομμύρια δολάρια, με δεκάδες κλάδους της οικονομίας να αξιοποιούν τις τεχνολογίες AI για την ενίσχυση της καινοτομίας, της αποτελεσματικότητας και της βιωσιμότητας. Η έκθεση επισημαίνει ότι η ραγδαία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης σχεδόν θα διπλασιάσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που συνδέονται με τα data centers έως το 2035, φτάνοντας τους 300 εκατ. τόνους ετησίως, ωστόσο, η τεχνολογία δύναται ταυτόχρονα να συμβάλει σε πενταπλάσια μείωση των παγκόσμιων εκπομπών CO₂, κυρίως μέσω της βελτιστοποίησης της ενεργειακής κατανάλωσης και της ενίσχυσης της αξιοπιστίας των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η εφαρμογή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να οδηγήσει σε μείωση έως και 1.500 εκατ. τόνων διοξειδίου του άνθρακα παγκοσμίως, μέσω εξοικονόμησης ενέργειας σε τομείς όπως τα εμπορικά κτίρια, οι μεταφορές και η ναυτιλία. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα των συστημάτων αυτοματοποιημένου ελέγχου θέρμανσης, αερισμού και κλιματισμού, όπου καταγράφεται έως και 30% χαμηλότερη ενεργειακή κατανάλωση. Παράλληλα, εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης σε logistics, διαχείριση στόλων και προληπτική συντήρηση εξοπλισμού περιορίζουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα σε πολλούς κλάδους.
Σημαντικά είναι τα οφέλη που καταγράφονται στους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης, όπου η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει την επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ. Ειδικότερα, η χρήση αλγορίθμων στην ιατρική διάγνωση αυξάνει την ακρίβεια σε κρίσιμες ασθένειες, όπως ο καρκίνος του μαστού, ενώ στις ΗΠΑ η εφαρμογή συστημάτων AI εκτιμάται ότι θα επιφέρει ετήσια εξοικονόμηση 150 δισ. δολαρίων στην υγειονομική δαπάνη έως το 2026. Στην εκπαίδευση, εξατομικευμένα συστήματα μάθησης προσφέρουν τη δυνατότητα για επιτάχυνση της μαθησιακής διαδικασίας, με πιλοτικές εφαρμογές να καταγράφουν βελτίωση της απόδοσης έως και δύο σχολικών ετών σε μόλις έξι εβδομάδες.
Στον αγροδιατροφικό τομέα, η τεχνητή νοημοσύνη συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγικότητας και στη βιώσιμη διαχείριση των πόρων, μέσω πρακτικών γεωργίας ακριβείας, πρόγνωσης και διαχείρισης καλλιεργειών και αυτοματοποιημένων συστημάτων διανομής και ελέγχου. Τα δεδομένα της μελέτης δείχνουν αύξηση των αποδόσεων έως 30% σε επιλεγμένες καλλιέργειες, ενώ βελτιώνεται και η κερδοφορία των παραγωγών μέσω της μείωσης του κόστους και της ορθολογικής χρήσης εφοδίων.
Η έκθεση εστιάζει και στη νέα εποχή για την εταιρική διακυβέρνηση, όπου η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης ενισχύει τη διαφάνεια, τη διαχείριση κινδύνων και τη συμμόρφωση με τα πρότυπα ESG. Η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, ο εντοπισμός παραπλανητικών πρακτικών όπως το greenwashing και η αυτοματοποίηση διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου διευκολύνουν τις επιχειρήσεις στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων και στην έγκαιρη ανταπόκριση σε κανονιστικές απαιτήσεις. Σύμφωνα με τη μελέτη, η χρήση AI μπορεί να μειώσει έως και 30% την έκθεση των επιχειρήσεων σε περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς κινδύνους, προσφέροντας πιο αξιόπιστα εργαλεία ανάλυσης και διαχείρισης.
Παρά τα παραπάνω οφέλη, η μελέτη καταγράφει και σειρά προκλήσεων που συνδέονται με την υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η αυξημένη κατανάλωση ενέργειας από τα κέντρα δεδομένων, οι κίνδυνοι προκατάληψης και διακρίσεων μέσω των αλγορίθμων, η απώλεια θέσεων εργασίας λόγω αυτοματοποίησης, τα ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων και η πιθανότητα παραπληροφόρησης μέσω τεχνολογιών όπως τα deepfakes. Η έκθεση σημειώνει ότι η ορθή ρύθμιση και η αποτελεσματική διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να πρωτοστατεί σε αυτή την κατεύθυνση μέσω του AI Act, ενώ και οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Κίνα αναπτύσσουν δικά τους πλαίσια ρύθμισης.
Σε τελική ανάλυση, η μελέτη της Bank of America αποτυπώνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας παγκόσμιας τεχνολογικής και οικονομικής πραγματικότητας. Τα οφέλη για την κοινωνία, την οικονομία και το περιβάλλον είναι σημαντικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι ευκαιρίες και οι προκλήσεις θα αντιμετωπιστούν με υπευθυνότητα, διαφάνεια και στρατηγικό σχεδιασμό.
