Σοβαρές ελλείψεις στην αγορά μνήμης έως το 2027 αντιμετωπίζει η παγκόσμια βιομηχανία ηλεκτρονικών ειδών, καθώς οι κορυφαίοι κατασκευαστές αδυνατούν να καλύψουν τη ραγδαία αυξανόμενη ζήτηση AI. Σύμφωνα με στοιχεία του Nikkei Asia, οι Samsung Electronics, SK Hynix και Micron Technology καλύπτουν μόλις το 60% των αναγκών της αγοράς. Η στροφή της παραγωγής προς τη μνήμη υψηλού εύρους ζώνης (HBM) για data centers έχει προκαλέσει σημαντική υστέρηση στις παραδόσεις απλών DRAM. Παράλληλα, οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή αυξάνουν το κόστος ενέργειας και υλικών, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις προοπτικές ανάκαμψης της παραγωγής παγκοσμίως.
Η Samsung Electronics σχεδιάζει τη λειτουργία νέας μονάδας στην Pyeongtaek εντός του 2026, όμως η πλήρης παραγωγή αναμένεται μετά το 2027. Ο Kim Jae-june, επικεφαλής του τομέα μνήμης της εταιρείας, επισημαίνει ότι η αύξηση της προσφοράς παραμένει περιορισμένη για τα επόμενα έτη. Η νέα υποδομή θα εστιάσει σε «logic chips», γεγονός που περιορίζει τη διαθέσιμη χωρητικότητα για τη συμβατική μνήμη που απαιτούν οι κατασκευαστές υπολογιστών. Η πέμπτη μονάδα στην ίδια περιοχή, η οποία θα εξειδικεύεται αποκλειστικά σε προηγμένες μνήμες HBM, δεν αναμένεται να τεθεί σε πλήρη λειτουργία πριν από το 2028.
Στρατηγικές κινήσεις των κορυφαίων κατασκευαστών μνήμης
Στην αντίπερα όχθη, η SK Hynix επιταχύνει τις εργασίες στο εργοστάσιο της Yongin, στοχεύοντας στην ολοκλήρωση τον Φεβρουάριο του 2027. Ο πρόεδρος του ομίλου SK, Chey Tae-won, προειδοποίησε ότι οι ελλείψεις σε μνήμη AI ενδέχεται να διαρκέσουν έως το 2030. Αναφέροντας ως αιτία την «έλλειψη wafer» και τα φυσικά εμπόδια στην παραγωγή, σημείωσε ότι η άμεση ανταπόκριση στις ανάγκες των μεγάλων παρόχων υπηρεσιών cloud είναι αδύνατη. Η μόνη ουσιαστική ενίσχυση της προσφοράς για το τρέχον έτος προήλθε από τη νέα μονάδα στο Cheongju, η οποία όμως δεν επαρκεί για να ανακόψει το κύμα των ανατιμήσεων.
Η Micron Technology προγραμματίζει την έναρξη παραγωγής HBM στις ΗΠΑ και τη Σιγκαπούρη το 2027, ενώ το νέο εργοστάσιο στη Χιροσίμα θα λειτουργήσει το 2028. Η εξαγορά εγκαταστάσεων στην Ταϊβάν από την Powerchip αναμένεται να προσφέρει επιπλέον διαθεσιμότητα προϊόντων από το δεύτερο εξάμηνο του 2027. Παρόλα αυτά, η προτεραιότητα σε εξειδικευμένες μνήμες αφήνει ακάλυπτο ένα μεγάλο μέρος της αγοράς για smartphone και προσωπικούς υπολογιστές. Οι τρεις κυρίαρχοι παίκτες, που ελέγχουν το 90% της αγοράς DRAM, εστιάζουν πλέον σε προϊόντα υψηλού περιθωρίου κέρδους, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τις καταναλωτικές συσκευές.
Οικονομικός αντίκτυπος και μελλοντικές προβλέψεις παραγωγής
Οι αναλυτές της Counterpoint Research εκτιμούν ότι η αγορά θα εξισορροπηθεί πλήρως μόνο το 2028, καθώς οι τρέχουσες επενδύσεις υπολείπονται των στόχων. Το κόστος μνήμης για τα smartphone αντιπροσωπεύει πλέον το 40% του συνολικού κόστους παραγωγής. Αυτή η εξέλιξη αναγκάζει τους κατασκευαστές να περιορίσουν τους όγκους παραγωγής, καθώς η κερδοφορία τους πλήττεται από τις συνεχείς αυξήσεις τιμών στις DRAM. Με τη ζήτηση για AI να συνεχίζει την ανοδική της πορεία, η ομαλοποίηση της αγοράς παραμένει μια πρόκληση που απαιτεί ετήσια αύξηση της παραγωγής κατά 12% για την κάλυψη των αναγκών.
Η δυσκολία διαφοροποίησης στη συμβατική μνήμη προκαλεί έντονες διακυμάνσεις στις τιμές όταν υπάρχει υπερπροσφορά, όμως η παρούσα συγκυρία δείχνει το αντίθετο. Στην Ιαπωνία, η Kioxia εξετάζει τη δημιουργία τρίτης μονάδας παραγωγής χωρίς ωστόσο να έχει ανακοινώσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Οι κατασκευαστές εξαρτημάτων αυτοκινήτων αντιμετωπίζουν επίσης σημαντικά προβλήματα στην εύρεση αποθεμάτων μνήμης, επηρεάζοντας την ευρύτερη βιομηχανική παραγωγή. Παρά την πτώση των πωλήσεων σε ορισμένες κατηγορίες συσκευών, η έλλειψη DRAM συνεχίζει να πιέζει τις τιμές λιανικής, καθιστώντας τα ηλεκτρονικά είδη ακριβότερα για τον τελικό καταναλωτή διεθνώς.
