Στην άμεση λήψη κυβερνητικών αποφάσεων για την αποφυγή μελλοντικών σημείων συμφόρησης στο φάσμα συχνοτήτων καλούνται να προχωρήσουν τα κράτη παγκοσμίως, προκειμένου να διασφαλιστούν τα οφέλη για δισεκατομμύρια καταναλωτές και επιχειρήσεις στην εποχή του 6G. Σύμφωνα με τη νέα ανάλυση που δημοσίευσε η GSMA, ο οργανισμός που εκπροσωπεί το παγκόσμιο οικοσύστημα κινητής τηλεφωνίας, τα δίκτυα επόμενης γενιάς θα απαιτήσουν έως και τρεις φορές περισσότερο φάσμα μεσαίας ζώνης από αυτό που είναι τυπικά διαθέσιμο σήμερα. Η έκθεση, η οποία συντάχθηκε από τους αναλυτές της GSMA Intelligence και την παγκόσμια ομάδα φάσματος του οργανισμού, υπογραμμίζει ότι η εκρηκτική αύξηση της ζήτησης για δεδομένα, οι υπηρεσίες που υποστηρίζονται από Τεχνητή Νοημοσύνη και οι προηγμένες ψηφιακές εφαρμογές καθιστούν επιτακτική την αναθεώρηση των διαθέσιμων πόρων ενόψει του 2030.
Η μελέτη «Vision 2040: Spectrum for the Future of Mobile Connectivity» παρέχει μια ολοκληρωμένη παγκόσμια αξιολόγηση των απαιτήσεων, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι κατά την περίοδο 2035–2040 θα απαιτηθεί παγκόσμιος μέσος όρος 2 έως 3 GHz φάσματος μεσαίας ζώνης ανά χώρα. Το ποσό αυτό κρίνεται αναγκαίο για την κάλυψη των αναγκών χωρητικότητας των δικτύων κινητής στις αστικές περιοχές, ενώ για τις χώρες με υψηλότερη ζήτηση, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 50% των περιπτώσεων παγκοσμίως, η απαίτηση αυξάνεται στα 2,5 έως 4 GHz. Δεδομένου ότι οι περισσότερες χώρες σήμερα έχουν διαθέσει περίπου 1 GHz για χρήση κινητής τηλεφωνίας, προκύπτει η ανάγκη εξασφάλισης πρόσθετου φάσματος 1 έως 3 GHz για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της ερχόμενης δεκαετίας.
Οι συντάκτες της έκθεσης προειδοποιούν ότι οι χώρες πρέπει να δράσουν άμεσα για να εξασφαλίσουν επαρκές φάσμα, καθώς ο μακροχρόνιος σχεδιασμός είναι απαραίτητος ενόψει της εμπορικής διάθεσης του 6G που αναμένεται να ξεκινήσει το 2030. Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς οι κυβερνήσεις προετοιμάζονται για τις διαπραγματεύσεις των μελλοντικών ζωνών ενόψει της κρίσιμης διακυβερνητικής διάσκεψης συνθήκης WRC-27 της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών, που θα λάβει χώρα σε δύο χρόνια. Χωρίς τον κατάλληλο προγραμματισμό, η GSMA επισημαίνει τον κίνδυνο υποβαθμισμένης συνδεσιμότητας, χαμηλότερων ταχυτήτων και αυξημένης συμφόρησης, ενώ οι εθνικές ψηφιακές οικονομίες ενδέχεται να χάσουν την ανταγωνιστικότητά τους κατά την παγκόσμια μετάβαση στο 6G.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα στοιχεία για τον κίνδυνο κορεσμού των δικτύων στα μεγάλα αστικά κέντρα, εάν δεν ληφθούν μέτρα εγκαίρως. Η ανάλυση δείχνει ότι εάν το φάσμα μεσαίας ζώνης παραμείνει στα σημερινά επίπεδα του 1 GHz, πόλεις που φιλοξενούν πάνω από το 50% του παγκόσμιου αστικού πληθυσμού θα αντιμετωπίσουν περιορισμούς χωρητικότητας από το 2030, στην αρχή του κύκλου ανάπτυξης του 6G. Για να αποτραπεί η πτώση της ποιότητας της εμπειρίας χρήστη, η έκθεση τονίζει ότι είναι ζωτικής σημασίας να έχουν τεθεί σε λειτουργία 2 GHz φάσματος μεσαίας ζώνης έως το 2030, ώστε τα δίκτυα να μπορέσουν να ανταποκριθούν στον προβλεπόμενο φόρτο χωρίς προβλήματα λειτουργίας.
Η γεωγραφική κατανομή της κίνησης δεδομένων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα, καθώς το 83% της παγκόσμιας κίνησης κινητής παράγεται σε αστικές περιοχές, οι οποίες καλύπτουν μόλις το 5% της γεωγραφικής έκτασης. Η πυκνότητα κίνησης στις πολύ πυκνές αστικές ζώνες είναι εννέα φορές υψηλότερη σε σύγκριση με άλλες αστικές περιοχές και σχεδόν 700 φορές υψηλότερη από τις αγροτικές περιοχές. Βάσει των σεναρίων ζήτησης, η παγκόσμια κίνηση δεδομένων προβλέπεται να κυμανθεί από 1.700 exabytes (σενάριο χαμηλής ανάπτυξης) έως 3.900 exabytes ανά μήνα (σενάριο υψηλής ανάπτυξης) έως το 2040. Αυτό μεταφράζεται σε κατανάλωση 140 έως 360 GB ανά σύνδεση κινητής μηνιαίως, καθιστώντας την επάρκεια στη μεσαία ζώνη καθοριστική.
Η μετάβαση στην εποχή του 6G αναμένεται να αναδιαμορφώσει το τοπίο των τηλεπικοινωνιών, με τις πρώτες μεγάλες αναπτύξεις δικτύων να προβλέπονται σε Κίνα, Ιαπωνία, Νότια Κορέα, ΗΠΑ, κράτη του Κόλπου, Ευρώπη, Βιετνάμ και Ινδία. Μέχρι το 2040, η μελέτη προβλέπει περισσότερες από 5 δισεκατομμύρια συνδέσεις 6G, οι οποίες θα αποτελούν περίπου το ήμισυ του συνόλου των συνδέσεων κινητής παγκοσμίως. Ταυτόχρονα, τα δίκτυα 4G και 5G θα παραμείνουν απαραίτητα, με περίπου 2 δισεκατομμύρια και 3 δισεκατομμύρια συνδέσεις αντίστοιχα να βρίσκονται ακόμη σε χρήση, δημιουργώντας ένα σύνθετο περιβάλλον που απαιτεί προσεκτική διαχείριση των φασματικών πόρων και μακροπρόθεσμο προγραμματισμό.
Η αύξηση της κίνησης θα τροφοδοτηθεί από τη συνεχιζόμενη υιοθέτηση του 5G και την αύξηση των «power users». Το 10% των χρηστών που σήμερα παράγει το 60-70% της συνολικής κίνησης θα αυξηθεί, με την έκθεση να σημειώνει ότι αυτό το επίπεδο χρήσης θα γίνει «κανονική συμπεριφορά» έως το 2040. Νέες εφαρμογές, όπως η Εκτεταμένη Πραγματικότητα (XR), το βίντεο παραγόμενο από Τεχνητή Νοημοσύνη, τα αυτόνομα συστήματα και η Ολοκληρωμένη Ανίχνευση και Επικοινωνία (ISAC), θα αυξήσουν τις απαιτήσεις, ιδιαίτερα στη ζεύξη ανόδου (uplink) και στην ανάγκη για εξαιρετικά χαμηλή καθυστέρηση κάτω των 10 ms, επιβάλλοντας τη χρήση ευρύτερων καναλιών.
Σε επίπεδο τεχνικού σχεδιασμού, η έκθεση προσδιορίζει τις υποψήφιες ζώνες μεσαίου φάσματος και τη δυναμική τους: 3.8–4.2 GHz (+200–400 MHz), 4.4–4.99 GHz (+400–600 MHz), την ανώτερη ζώνη των 6 GHz ή 6.425–7.125 GHz (+700 MHz) και την περιοχή 7.125–8.4 GHz (+600–1.275 MHz). Οι ρυθμιστικές αρχές καλούνται να αναπτύξουν έναν οδικό χάρτη, στοχεύοντας στην ανάθεση φάσματος στις ζώνες 3.8-4.2 GHz και Upper 6 GHz περίπου το 2030, και να εξετάσουν τις ζώνες 4.4-4.99 GHz και 7-8 GHz για την περίοδο μετά το 2030, λαμβάνοντας υπόψη και τους υφιστάμενους χρήστες σε αυτές τις συχνότητες.
Σχετικά με τα ευρήματα, ο John Giusti, Chief Regulatory Officer της GSMA, δήλωσε ότι η μελέτη αυτή αποδεικνύει πως η εποχή του 6G θα απαιτήσει τρεις φορές περισσότερο φάσμα μεσαίας ζώνης από αυτό που είναι διαθέσιμο σήμερα. Ο ίδιος συμπλήρωσε πως η ικανοποίηση αυτών των απαιτήσεων φάσματος θα υποστηρίξει την ισχυρή και βιώσιμη συνδεσιμότητα, θα υλοποιήσει τις ψηφιακές φιλοδοξίες και θα βοηθήσει τις οικονομίες να αναπτυχθούν, εκφράζοντας την ελπίδα ότι η έκθεση θα παράσχει χρήσιμες γνώσεις στις κυβερνήσεις καθώς προσπαθούν να καλύψουν τις ανάγκες συνδεσιμότητας των πολιτών τους την ερχόμενη δεκαετία.
