Ερευνητές του Curtin University στην Αυστραλία ολοκλήρωσαν τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα παγκόσμια έρευνα για τις χαμηλές συχνότητες ραδιοεκπομπών από δορυφόρους, εστιάζοντας κυρίως στη δραστηριότητα του δικτύου Starlink. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε με τη χρήση του πειραματικού σταθμού Square Kilometre Array (SKA), συγκεντρώνοντας και αναλύοντας συνολικά 76 εκατομμύρια εικόνες του ουρανού. Στο πλαίσιο της έρευνας, καταγράφηκαν 112.534 εκπομπές από 1.806 μοναδικούς δορυφόρους Starlink, στοιχείο που υπογραμμίζει τόσο την κλίμακα του φαινομένου όσο και τη διεισδυτικότητα των εν λόγω εκπομπών στο ραδιοφάσμα που αξιοποιούν τα επιστημονικά τηλεσκόπια.
Η μελέτη ανέδειξε ότι οι παρεμβολές από το δίκτυο Starlink είναι πλέον συχνές, με ορισμένα διαστήματα να παρουσιάζουν παρεμβολή σε έως και 30% των ραδιοαστρονομικών εικόνων. Σύμφωνα με τα στοιχεία των ερευνητών, τα σήματα που ανιχνεύθηκαν προέρχονται κατά κύριο λόγο από ανεπιθύμητες εκπομπές των ηλεκτρονικών συστημάτων των δορυφόρων και όχι από σκόπιμες μεταδόσεις. Αυτά τα σήματα έχουν τη δυνατότητα να καλύπτουν τα ιδιαίτερα ασθενή ραδιοκύματα που μελετούν οι αστρονόμοι για να αποκρυπτογραφήσουν τη δομή και την εξέλιξη του σύμπαντος, δημιουργώντας ένα νέο πεδίο προβληματισμού για την επιστημονική κοινότητα.
Ένα από τα βασικά ευρήματα της έρευνας αφορά την παρουσία εκπομπών των δορυφόρων ακόμη και σε φάσματα που έχουν χαρακτηριστεί ως προστατευμένες ζώνες για τη ραδιοαστρονομία, όπως οι συχνότητες 73–74,6 MHz και 150–153 MHz. Οι επιστήμονες εντόπισαν δεκάδες δορυφόρους να εκπέμπουν στις συγκεκριμένες περιοχές, γεγονός που δημιουργεί ανησυχία ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής βασικής επιστημονικής έρευνας τα επόμενα χρόνια, ιδίως με την έναρξη λειτουργίας του SKA-Low, του μεγαλύτερου και πιο ευαίσθητου ραδιοτηλεσκοπίου στον κόσμο.
Η μελέτη τονίζει το θεσμικό κενό που παρατηρείται σε διεθνές επίπεδο, καθώς η ανεπιθύμητη εκπομπή δεν καλύπτεται επαρκώς από τους ισχύοντες κανονισμούς της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU), οι οποίοι επικεντρώνονται κυρίως στις σκόπιμες μεταδόσεις. Αυτό το ρυθμιστικό έλλειμμα αναδεικνύεται ως κρίσιμο σημείο από τους ερευνητές, που επισημαίνουν πως αν δεν υπάρξουν αλλαγές στο πλαίσιο προστασίας, η ταχεία αύξηση του αριθμού των δορυφόρων μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τον επιστημονικό ρόλο τέτοιων υποδομών.
Παράλληλα, η μελέτη υπογραμμίζει ότι η τεχνολογία των δορυφόρων και η ραδιοαστρονομία οφείλουν να συνυπάρξουν με τρόπο που διασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ τεχνολογικής ανάπτυξης και επιστημονικής γνώσης. Οι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι το δίκτυο Starlink της SpaceX δεν παραβιάζει τους ισχύοντες κανονισμούς και ότι οι συζητήσεις με την εταιρεία διεξάγονται σε εποικοδομητικό κλίμα. Ωστόσο, σημειώνουν πως η ταχύτητα με την οποία αυξάνεται ο αριθμός των δορυφόρων ενισχύει το φαινόμενο των παρεμβολών και απαιτεί την επανεξέταση του ρυθμιστικού πλαισίου με γνώμονα την προστασία της επιστημονικής έρευνας.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η διατήρηση της «ραδιοσιγής» αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχία φιλόδοξων αστρονομικών αποστολών και την απάντηση σε θεμελιώδη ερωτήματα για τη δημιουργία των πρώτων άστρων, τη φύση της σκοτεινής ύλης και την επιβεβαίωση θεωριών της φυσικής.
