Φάκελος Κινητή Τηλεφωνία De-Classified

0


Η είσοδος της κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα ήταν επεισοδιακή. Ένας διαγωνισμός-αστραπή, ένα περιβάλλον απροσδιόριστο και η πρώτη μεγάλη σύγκρουση Δημόσιας νοοτροπίας και Ιδιωτικής ευελιξίας, δημιούργησαν ένα μίγμα πρωτόγονης σούπας που μέσα της γεννήθηκε ένας κλάδος της οικονομίας που σήμερα παράγει σημαντική προστιθέμενη αξία. Αναζητήσαμε έναν άνθρωπο που συμμετείχε σε αυτή την κοσμογονία και μας εκμυστηρεύτηκε τις εμπειρίες του. Ο Νίκος Μανασής είναι το μοναδικό στέλεχος που πραγματοποίησε την εκκίνηση των δύο από τις τρεις εταιρείες κινητής.

 

Όντας από τα ιδρυτικά στελέχη της κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα. Ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο που αντιμετωπίσατε στα πρώτα στάδια;

Το μεγαλύτερο εμπόδιο στα πρώτα στάδια της κινητής τηλεφωνίας (και όχι μόνο) ήταν ο ίδιος ο ΟΤΕ. Και εξηγούμαι: Ο τότε κρατικός Τηλεπικοινωνιακός Οργανισμός, αποκλείστηκε  με απόφαση της Κυβέρνησης για 8 χρόνια από τις δραστηριότητες της Κινητής, ενώ τα τέλη διασύνδεσης που έπρεπε να αποδίδουν οι εταιρίες Κινητής με βάση τις Άδειες Λειτουργίας τους ήταν πολύ χαμηλά, χωρίς μάλιστα ο Οργανισμός να έχει συμμετάσχει στον καθορισμό τους.

Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής, για την ανάπτυξη ενός ευρωπαϊκού συστήματος Κινητής Τηλεφωνίας GSM, απέναντι στο αντίστοιχο αμερικανικό σύστημα CDMA, αποφασίσθηκε η  συντονισμένη εισαγωγή του GSM, σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας. Αρχικά η πρόβλεψη ήταν για το 1991, ολοκληρώθηκε όμως το 1993. Το πρόγραμμα προέβλεπε την εκχώρηση ταυτοχρόνως 2 αδειών κινητής τηλεφωνίας, σε κάθε κράτος μέλος. Σε όλα τα κράτη μέλη εκχωρήθηκε μια άδεια στον εθνικό τηλεπικοινωνιακό οργανισμό της χώρας και μια σε ιδιωτική εταιρεία. Μοναδική εξαίρεση η Ελλάδα, όπου και οι δυο άδειες εκχωρήθηκαν σε ιδιωτικές εταιρείες την PANAFON (σήμερα VODAFONE) και στην STET (σήμερα WIND). Ο αποκλεισμός του παραδοσιακού τηλεπικοινωνιακού οργανισμού μιας χώρας από το GSM, αποτέλεσε πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία. Όμως, συνοδεύτηκε με ένα γενναίο τίμημα εκχώρησης των αδειών στη τη χώρα μας, το οποίο ξεπέρασε τα 60 δισ. δρχ, όταν σε όλη την κοινοτική Ευρώπη οι  εταιρείες κινητής τηλεφωνίας κατέβαλλαν μόνο τέλη χρήσης συχνοτήτων ετησίως, της τάξης των 5.000 δολ. που με την τότε ισοτιμία δραχμής/δολαρίου σημαίνει 1,1 εκατομμύριο δραχμές.

 

Αν έπρεπε να ιεραρχήσετε σε βασικές κατηγορίες τα προβλήματα που αντιμετωπίσατε τα πρώτα χρόνια της κινητής, θα λέγατε ότι αυτά ήταν οικονομικά, τεχνικά ή γραφειοκρατικά;

Τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας τα πρώτα χρόνια ήταν γραφειοκρατικά και μόνο. Τα οικονομικά ήταν λυμένα, μια και οι εταιρείες αυτές διέθεταν ισχυρά κεφάλαια για μια σχετικά μικρή επένδυση στην χώρα μας. Τα τεχνικά επίσης δεν απετέλεσαν θέμα, αφού διέθεταν στελέχη, όπως ο Ted Bedows από την VODAFONE και ο Rengo Faili από την STET, οι οποίοι υπήρξαν από τους συνιδρυτές του GSM στην Ευρώπη. Αν θα ήθελε κάποιος εξετάσει τα γενεσιουργά αίτια των γραφειοκρατικών προβλημάτων, θα μπορούσε να πει τα εξής:

α) Τις άδειες λειτουργίας των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας που παραχώρησε η κυβέρνηση, τις επεξεργάσθηκε αμερικανική συμβουλευτική εταιρεία με αποτέλεσμα να προκύψουν σημαντικά κενά. Οι σύμβουλοι δεν γνώριζαν ούτε την σχετική εθνική νομοθεσία, ούτε ήταν εξοικειωμένοι με τις σχετικές για το θέμα κοινοτικές Οδηγίες και έτσι, στο τελικό κείμενο, υπήρχαν κρίσιμες παραλείψεις όπως: ο τρόπος αδειοδότησης των Σταθμών Βάσης κινητής τηλεφωνίας, ο καθορισμός των τελών διασύνδεσης με τη σύμφωνη γνώμη του ΟΤΕ και ούτε καν ένα ρεαλιστικό σχέδιο αριθμοδότησης.

β) Ο ίδιος ο ΟΤΕ, από τη στιγμή που αποκλείσθηκε από τις δραστηριότητες αυτές,  προκάλεσε καθυστερήσεις στη διασύνδεση των δικτύων κινητής τηλεφωνίας με τα κέντρα μεταγωγής του εθνικού δικτύου του, ενώ προχώρησε σε αυθαίρετες παρακρατήσεις τελών διασύνδεσης, που σε διάστημα μίας τριετίας έφτασαν πάνω από 6.5 δισ δρχ.

γ) Η τότε Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών, δεν φρόντισε να καλύψει τις ελλείψεις στις άδειες κινητής τηλεφωνίας, τις οποίες επισήμανα παραπάνω και επέδειξε αδυναμία να διακρίνει ποιές Οδηγίες εφαρμόζονται στην σταθερή και ποιές στην κινητή τηλεφωνία, αν και επικαλούμενη την Οδηγία ΟΝΡ, που ίσχυε μόνο για τη σταθερή τηλεφωνία, προσπάθησε να αναπροσαρμόσει τα τέλη διασύνδεσης  υπέρ του ΟΤΕ.

Η προβληματική αυτή κατάσταση επιβαρύνθηκε ακόμη περισσότερο, όταν η Κυβέρνηση εκχώρησε και 3η άδεια κινητής τηλεφωνίας στον ΟΤΕ, το Δεκέμβρη του 1995 και πριν από τη λήξη της 8ετούς αποκλειστικότητας που η ίδια η κυβέρνηση είχε εκχωρήσει στις  υφιστάμενες εταιρείες κινητής τηλεφωνίας. PANAFON  και  STET προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας για ακύρωση της άδειας κινητής της Cosmote. Το σοβαρό πρόβλημα επιλύθηκε μόνο το 2001, όταν με πρόταση του ΟΤΕ και ταυτόχρονες αποφάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων των εμπλεκόμενων μερών (ΟΤΕ, VODAFONE και  STET), ο ΟΤΕ επέστρεψε  στις VODAFONE και  STET, το αυθαιρέτως παρακρατηθέν  ποσό των 6,5 δισ. δρχ και οι VODAFONE και  STET απέσυραν την προσφυγή τους στο Συμβούλιο της Επικρατείας για ακύρωση της Άδειας της Cosmote.

 

Το business plan της Κινητής Τηλεφωνίας που είχε καθοριστεί στη φάση του αρχικού σχεδιασμού, προέβλεπε την εκρηκτική ανάπτυξη που τελικά είδαμε να συμβαίνει; Ποιες ήταν οι παραδοχές που επιβεβαιώθηκαν και ποιες ανατράπηκαν;

Καμιά εταιρεία κινητής τηλεφωνίας στην Ευρώπη, για σειρά ετών, δεν προέβλεψε την εκρηκτική ανάπτυξη του κλάδου. Σε όλη τη δεκαετία του ‘90, δεν επιδιώχθηκε η κινητή τηλεφωνία να καταστεί ανταγωνιστική της σταθερής τηλεφωνίας, παρά τις συνεχείς –και προς τα πάνω- διαψεύσεις των ετήσιων προβλέψεων τους. Το κόστος κλήσεων μέσω  κινητής τηλεφωνίας παρέμεινε υψηλό, ακόμη και μετά τον καθορισμό των τελών της σταθερής τηλεφωνίας με βάση το κόστος (κάτι που έγινε το 1998). Το προφανές  αποτέλεσμα ήταν να διαμορφωθεί υψηλή κερδοφορία για τις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας,  σε αντίθεση με τις εταιρείες σταθερής τηλεφωνίας όπου ήδη παρατηρούταν σμίκρυνση των μεγεθών τους και της κερδοφορίας. Ανάλογη κατάσταση παρατηρήθηκε και στη χώρα μας με κάποια χρονική καθυστέρηση. Τα πράγματα άλλαξαν όταν, μετά το 2000, η διείσδυση της κινητής τηλεφωνίας ξεπέρασε πλέον το 30-40% της συνολικής συνδρομητικής βάσης. Τότε είναι που σταδιακά παρατηρείται σημαντική μείωση των τελών κινητής τηλεφωνίας, εκλογίκευση των τελών διασύνδεσης -τόσο μεταξύ τους όσο και με τον ΟΤΕ) και προώθηση υπηρεσιών μηνυμάτων SMS και δεδομένων με στόχο τα έσοδα τους από τις υπηρεσίες αυτές να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 25% των συνολικών τους εσόδων. Στα πλαίσια αυτά κινούνται οι 3 εταιρείες κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα. Η Cosmote βρίσκεται στην πρώτη θέση από το 2001, η VODAFONE (PANAFON) ακολουθεί από κοντά και  η WIND (STET) απλώς αλλάζει θεαματικά μετοχική σύνθεση. Η κατάσταση άλλαξε δραματικά όταν η Cosmote αποκτά την αλυσίδα «Γερμανός» το μεγαλύτερο δίκτυο καταστημάτων κινητής τηλεφωνίας στη χώρα. Την ίδια εποχή η WIND έκανε το λάθος να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου εξαγγέλλοντας εμπορικό πακέτο απεριόριστης ομιλίας αξίας 10 ευρώ, με σκοπό να διευρύνει την συνδρομητική της θέση. Η VODAFONE απάντησε την επόμενη μέρα με τιμή 9 ευρώ. Πριν περάσει μία εβδομάδα, η Cosmote έδωσε την ίδια προσφορά με 1 ευρώ και γίνεται μακράν η πρώτη εταιρεία της χώρας θέση που διατηρεί μέχρι σήμερα. Αξίζει βέβαια να σημειώσουμε ότι το πακέτο αυτό, προκάλεσε επιδείνωση της ποιότητας όλων των δικτύων, αφού κανένα δεν ήταν έτοιμο να ανταποκριθεί σε αύξηση της κίνησης κατά περίπου 50%.

 

Αν γυρίζαμε πίσω στο 1993 ποια λάθη θα φροντίζατε να μην επαναλάβετε;

Η Κινητή Τηλεφωνία είναι ένας κλάδος των Επικοινωνιών. Έτσι, λάθη στον κλάδο αυτό, θα πρέπει να διερευνηθούν στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής ανάπτυξης των Επικοινωνιών στη Χώρα μας.  Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να πάμε πίσω στο 1985, όταν πολιτική απόφαση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (με τη σύμφωνη γνώμη όλων των αρχηγών των κρατών μελών της) καθορίζει την πλήρη απελευθέρωση όλων των κλάδων των Επικοινωνιών, με σειρά μέτρων υποχρεωτικής εφαρμογής, που συνοψίζονται σε 100 περίπου Οδηγίες που εκδόθηκαν τότε για το σκοπό αυτό, με απώτερο σκοπό να επιτευχθεί η συντονισμένη λειτουργία της Κοινοτικής Ευρώπης. Στην Ελλάδα η πολιτική απόφαση αυτή αγνοήθηκε επί σειρά ετών, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει σημαντικά ο εκσυγχρονισμός του ΟΤΕ, ο οποίος χρειάστηκε 10 χρόνια περισσότερο σε σχέση με τις άλλες κοινοτικές χώρες οι οποίες ολοκλήρωσαν τον εκσυγχρονισμό των δικτύων τους σε μία πενταετία. Αυτό οδήγησε στην καθυστέρηση της απελευθέρωσης των τηλεπικοινωνιών και της διάδοσης του internet. Αξίζει ας πούμε να αναφερθεί ότι μέχρι το 2001 ο ΟΤΕ δεν είχε προσπέλαση στα διεθνή κέντρα διαδικτύου-τότε στο Λονδίνο και τη Ν. Υόρκη, παρόλο που οι διεθνείς δρόμοι για επικοινωνίες δεδομένων είχαν απελευθερωθεί από το 1992.

Η κινητή τηλεφωνία δεν θα μπορούσε να αποφύγει τα προβλήματα που προέκυπταν από τις ελλιπείς υποδομές και με τον αποκλεισμό του ΟΤΕ. Αυτά για την ιστορία, μια και πλέον η χώρα μας είναι ευνομούμενη από πλευράς όλων των κλάδων των Επικοινωνιών.

 

Είναι δεδομένο ότι η κινητή είχε στοιχεία «φούσκας», αφού κινήθηκε παράλληλα με την ελληνική οικονομία. Τι είναι αυτό που της επιτρέπει να αντέχει ακόμα, παρά την κατάρρευση του οικονομικού περιβάλλοντος της χώρας;

Η απάντηση νομίζω είναι απλή. Το κινητό τηλέφωνο έγινε πλέον κομμάτι της ενδυμασίας μας. Είναι μαζί μας, στο σπίτι, στη δουλειά, στη ταβέρνα, στο σινεμά, παντού. Όπως δεν διανοείται κανένας να μη φοράει παντελόνι ή φουστάνι ή την πυτζάμα του, έτσι δεν διανοείται να μην έχει και το κινητό μαζί του.

 

Αν και η Cosmote εισήλθε στο χώρο της κινητής, τουλάχιστον μια πενταετία μετά τον ανταγωνισμό, κατόρθωσε πολύ γρήγορα να αποκτήσει τεράστια δυναμική και σύντομα να διεκδικήσει την πρώτη θέση. Ποια ήταν η μυστική συνταγή;

Δεν υπήρχε καμιά συνταγή για να σώσει κάποιος μια κρατική εταιρεία κινητής τηλεφωνίας στην οποία ίσχυαν όλοι οι περιορισμοί του δημοσίου, όπως για παράδειγμα, ότι οι προσλήψεις γίνονταν με διαδικασίες ΑΣΕΠ για όλο το προσωπικό, από κλητήρα μέχρι διευθυντή.  Ο τότε δημόσιος ΟΤΕ λοιπόν, έπρεπε να ανταγωνισθεί δυο ισχυρές ιδιωτικές εταιρείες, που λειτουργούσαν ήδη από 5ετίας. Από τη στιγμή λοιπόν που η κυβέρνηση αναλαμβάνει την ευθύνη να εκχωρήσει άδεια κινητής τηλεφωνίας στον ΟΤΕ, τότε η Cosmote θα έπρεπε να λειτουργήσει με όποιο τρόπο. Αλλά ας δούμε τα πράγματα με τη σειρά.

Η Cosmote ιδρύθηκε το 1996. Ο ΟΤΕ επέλεξε ως στρατηγικό συνεργάτη τη Νορβηγική ΤΕLΕΝΟR, έμπειρη εταιρεία στο χώρο με σημαντικές επενδύσεις εκτός Νορβηγίας, η οποία κατείχε το 30% του μετοχικού κεφαλαίου της Cosmote. H εταιρεία υποσχέθηκε, δια στόματος του πρωθυπουργού στη διεθνή έκθεση Θεσσαλονίκης, ότι θα λειτουργήσει το Δεκέμβρη του 1997. Απέτυχε όμως να το πράξει και σύντομα αντικαταστάθηκαν οι διοικήσεις του ΟΤΕ και της  Cosmote.

Στα τέλη του Γενάρη κλήθηκα για συνάντηση με τη διοίκηση του ΟΤΕ, όπου και μου  προτάθηκε η θέση του επικεφαλής της Cosmote. Πριν απαντήσω ζήτησα συνάντηση και με τη διοίκηση της ΤΕLΕΝΟR για να ακούσω και τις δικές τους προθέσεις. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας το γεγονός ότι, τα οικεία μου πρόσωπα ήταν αρνητικά στην ιδέα να επιστρέψω στο Δημόσιο. Προσωπικά όμως δεν επιθυμούσα να συνεχίσω πλέον την καριέρα μου στο GSM Association και «δεν χωράω άλλο στην PANAFON» (όπως λέγει και ο γκουρού της VODAFONE που αξιολογεί τα διευθυντικά στελέχη των εταιρειών του ομίλου). Ήθελα πραγματικά να αναλάβω την πρόκληση, ίσως για να προσπαθήσω να αλλάξω τα πράγματα (ένα βότσαλο στη λίμνη;). Έτσι στις 3/2/98 παρουσιάστηκα στην Cosmote για να αναλάβω καθήκοντα. Η πρώτη μου κίνηση ήταν να καλέσω τα διευθυντικά στελέχη της και ζητήσω απλά να γίνω συνδρομητής. Η πρώτη έκπληξη ήταν ότι δεν υπήρχε καν έντυπο αίτησης. Ακολουθώντας ένα-ένα τα βήματα και περιγράφοντας τις διαδικασίες μια-μια, από το στάδιο του υποψήφιου πελάτη μέχρι τον συνδρομητή που θα λάβει ένα φάκελο με το λογαριασμό του μετρήσαμε 276 βήματα. Μέχρι αργά το βράδυ διαπιστώσαμε ότι λείπουν 149 διαδικασίες !

Την επομένη, ζήτησα στοιχεία για το διαθέσιμο προσωπικό. Ο ΟΤΕ έχει διαθέσει 40 στελέχη, η ΤΕLΕΝΟR 25, ενώ υπάρχουν και 176 άτομα με δανεισμό εργασίας μέσω θυγατρικής της ΤΕLΕΝΟR, για τα οποία ζητήθηκε από την πολιτική ηγεσία η απόλυση τους, αφού ίσχυε η πάγια εντολή για προσλήψεις μέσω ΑΣΕΠ. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι εκείνες τις ημέρες, δέχθηκα την επίσκεψη του κ. Βουρλούμη (αργότερα Πρόεδρο και Δ/ντα Σύμβουλο του ΟΤΕ) που εκείνο τον καιρό ασκούσε καθήκοντα εξωτερικού συμβούλου του ΟΤΕ, έχοντας αναλάβει την επιλογή του στρατηγικού συνεργάτη του Οργανισμού, όσον αφορά την κινητή τηλεφωνία. Ο κ.Βουρλούμης, μου εξέφρασε την βεβαιότητά του ότι η Cosmote δεν μπορεί να λειτουργήσει, αφού οι διαδικασίες προσλήψεων μέσω ΑΣΕΠ θα αποδώσουν σε ένα χρόνο.

Από πλευράς τεχνικού εξοπλισμού, ήταν φανερό ότι οι διαστάσεις του ήταν τέτοιες που δεν ήταν δυνατόν κανείς να πιστεύει ότι, αυτή η εταιρεία μπορεί να ανταγωνισθεί τις PANAFON και STET. Το ίδιο το δίκτυο υποδομών βρισκόταν σε νηπιακή κατάσταση, η εμπορική πολιτική σχεδόν ανύπαρκτη και το δίκτυο εμπορικών συνεργατών έχει ενθουσιασμό αλλά έχουν ελάχιστα εφόδια. Τα οικονομικά της εταιρείας προέβλεπαν ένα αρχικό κεφάλαιο 30 δισ. δρχ περίπου), το επιχειρησιακό σχέδιο εκτιμούσε ζημιές 15 δισ. δρχ για τον πρώτο χρόνο λειτουργίας και τέλος ο βαθμός συνεργασίας των στελεχών της διέπετο από παντελή έλλειψη συνεργασίας διευθυντικών στελεχών, αφού τρείς είναι από την ΤΕLΕΝΟR και τρείς από τον ΟΤΕ.

Κάτω από αυτές τις δυσοίωνες προβλέψεις, ξεκινήσαμε να επεξεργαζόμαστε νέο επιχειρησιακό σχέδιο με σκοπό να περιορισθούν οι ζημιές την πρώτη χρονιά σε 2 δισ. δρχ και προσαρμόζεται ανάλογα η εμπορική πολιτική της εταιρείας με υπερδιπλασιασμό της χρέωσης κλήσεων, που όμως παραμένει μικρότερη από τον ανταγωνισμό. Άλλο μέλημα μας είναι η επιβολή αυστηρού συντονισμού για την ανάπτυξη του δικτύου. Μεταξύ προμηθεύτριας εταιρείας, εργολάβων και της εταιρείας, εντάχθηκαν στο προσωπικό μας τα 176 στελέχη που μέχρι τότε είχαν σχέση δανεισμού εργασίας και τέλος -μετά από επίσκεψη μου στον Πρόεδρο της ΤΕLΕΝΟR, όπου εξήγησα την κατάσταση- απομακρύνθηκαν σταδιακά  όλα τα στελέχη της ΤΕLΕΝΟR.

Έτσι στις 6/4/98 ξεκίνησε διστακτικά η εμπορική λειτουργία της εταιρείας με μια μικρή αγγελία στις εφημερίδες. Ενδεικτικό της κατάστασης, ήταν ότι ζητούσαμε από τους εμπορικούς συνεργάτες μας να προωθούν συγκεκριμένο αριθμό αιτήσεων την ημέρα, μια και οι δυνατότητες της Cosmote ήταν περιορισμένες, αφού μπορούσε να επεξεργασθεί μέχρι 250 αιτήσεις ημερησίως. Με χαμηλό προφίλ και πολλά προβλήματα πέρασαν οι τρεις πρώτοι μήνες, ενώ η μικρή διαθεσιμότητα συσκευών έδειχνε ότι ούτε οι προμηθευτές πίστευαν στην ανάπτυξή μας. Αναλυτές αμερικανικών επενδυτικών τραπεζών, παρακολουθώντας την πορεία του ΟΤΕ λόγω εισαγωγής του στο χρηματιστήριο της Ν. Υόρκης, δεν προέβλεπαν κάποια σοβαρή τοποθέτηση της Cosmote στην ελληνική αγορά,  πριν από την πάροδο 3 ετών (Sroeder, 5/98). Όμως υπήρχαν και ενθαρρυντικές ενδείξεις, όπως ο ενθουσιασμός όλων των στελεχών και ο ταχύς ρυθμός ανάπτυξης του δικτύου. Για παράδειγμα, το Μάη του 1998 κατασκευάσθηκαν τόσοι Σταθμοί Βάσης όσοι είχαν κατασκευασθεί σε ένα χρόνο. Με την αποχώρηση των Νορβηγών όμως, μείναμε μέχρι και τον Ιούνιο χωρίς βασικούς διευθυντές. Οι εκκλήσεις μου στην κυβέρνηση για εξαίρεση τουλάχιστον των διευθυντών από τις διαδικασίες ΑΣΕΠ δεν τελεσφόρησαν. Παρά την αμηχανία και την απογοήτευση, ήταν καθήκον μας να δικαιολογήσουμε γιατί η κυβέρνηση έδωσε αυτή την Άδεια στον ΟΤΕ. Έτσι διόρισα σιωπηλά Οικονομικό και Εμπορικό διευθυντή από τον ιδιωτικό τομέα και με δανεισμό εργασίας ενισχύθηκαν όλες οι υπηρεσίες εξυπηρέτησης πελατών και η επαρκής στελέχωση της εταιρείας σε ειδικευμένες θέσεις. Τον Ιούλιο παρευρέθηκα σε συνέντευξη του ΟΤΕ με αναλυτές επενδυτικών τραπεζών. Έγινα αποδέκτης καταιγισμού ερωτήσεων σχετικά με την Cosmote, κυρίως για την αδυναμία πρόσληψης προσωπικού, αλλά και για την ίδια την Άδεια λειτουργίας της, για την ακύρωση της οποίας οι ανταγωνίστριες εταιρείες έχουν προσφύγει στο Συμβούλιο Επικρατείας. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να δηλώσω ότι η Cosmote θα είναι δεύτερη εταιρεία στο πρώτο τρίμηνο του 2000 και θα καταλάβει την πρώτη θέση στο δεύτερο τρίμηνο του 2001. Με αυτή τη δέσμευση ως γνώμονα, ο Σεπτέμβρης μας βρήκε σε καλύτερη κατάσταση αφού είχαμε αποκτήσει τον έλεγχο όλες τις βασικές λειτουργίας της εταιρείας. Το επίτευγμα ήταν ότι το 1998 τελείωσε με δίκτυο εφάμιλλο των ανταγωνιστών, 300.000 συνδρομητές και μικρότερες ζημιές από τις προβλεπόμενες (μόλις 1 δισ. δρχ αντί 15).

Έχοντας εξαντλήσει τα διαθέσιμα κεφάλαια, από τις αρχές του 1999 αρχίσαμε να αναζητούμε τρόπους χρηματοδότησης. Οι τράπεζες όμως ζητούν εγγυήσεις από τους μετόχους της Cosmote, αλλά ΟΤΕ και ΤΕLΕΝΟR έχουν περιορισμούς για παροχή τέτοιων εγγυήσεων, λόγω χρηματιστηρίου. Διοργανώσαμε λοιπόν μέσω της Citi Group Λονδίνου, συνάντηση με εκπροσώπους 30 περίπου επενδυτικών τραπεζών, με σκοπό να πεισθούν για τη δυναμική ανάπτυξης της Cosmote. Αν και καταφέραμε να αποκομίσουμε θετικό αποτέλεσμα όσον αφορά τη δυναμική, συναντήσαμε ενδοιασμούς για την Άδεια της Cosmote που ήταν υπό αμφισβήτηση στο ΣτΕ. Διαβεβαίωσα τους επενδυτές ότι δεν υπάρχει κυβέρνηση σε αυτόν τον κόσμο που θα πάρει πίσω μια απόφαση της που αφορά μια δημόσια εταιρεία και έτσι ξεπεράσαμε το σκόπελο. Το δάνειο ύψους 75 δισ δρχ. που λάβαμε ήταν καταλυτικό και έδωσε την απαραίτητη ώθηση. Το τέλος του 1999 βρίσκει την Cosmote με 1.000.000 συνδρομητές, μεγαλύτερο και πιο αξιόπιστο δίκτυο από τους ανταγωνιστές της και την ίδια την εταιρεία να λειτουργεί με διαδικασίες που θα τις ζήλευαν πολλές ιδιωτικές εταιρείες, χαρακτηριστικά που διατηρεί μέχρι σήμερα. Το Μάρτιο του 2000 κατέλαβε τη δεύτερη θέση μεταξύ των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα και τον Ιούνιο του 2001 την πρώτη, θέση που διατήρησε και επαύξησε μέχρι σήμερα.

 

Ως Πρόεδρος του ΟΤΕ, κάνατε τις πρώτες εισηγήσεις σχετικά με την ανάγκη εκσυγχρονισμού του Οργανισμού, με γνώμονα την ανάδειξή του σε ανταγωνιστική επιχείρηση τηλεπικοινωνιών. Οι διάδοχοί σας ακολούθησαν σε γενικές γραμμές αυτή την προσέγγιση. Θεωρείτε τον εαυτό σας δικαιωμένο;

Όταν αποφασίσθηκε η απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών στην Κοινοτική Ευρώπη, οι παραδοσιακοί τηλεπικοινωνιακοί οργανισμοί τότε, θα έπρεπε:

α) Να ψηφιακοποιήσουν πλήρως τα εθνικά τους δίκτυα. Στην κοινοτική Ευρώπη ολοκληρώνεται ο εκσυγχρονισμός των δικτύων τους το 1992, ενώ στον ΟΤΕ ελάχιστο ποσοστό του δικτύου του ψηφιακοποιήθηκε τότε, ενώ μόνο με τις γνωστές προγραμματικές συμφωνίες 1998-2002, ξεκίνησε ουσιαστικά ο πλήρης εκσυγχρονισμός του δικτύου του.

β) Να εκσυγχρονίσουν τον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεών τους, εφαρμόζοντας μείωση εξόδων, μείωση προσωπικού, προσαρμογή των τελών όλων των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών με βάση το κόστος κλπ. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η απελευθέρωση στην κοινοτική Ευρώπη έγινε το 1998, καταλαβαίνουμε ότι οι Ευρωπαίοι ομόλογοι μας είχαν 5 χρόνια στη διάθεση τους για να εκσυγχρονίσουν τους οργανισμούς τους. Αντίθετα στον ΟΤΕ, ο εκσυγχρονισμός της επιχείρησης, έπρεπε να γίνει παράλληλα με τον πολυδάπανο εκσυγχρονισμό του εθνικού δικτύου τηλεπικοινωνιακών υποδομών που ήταν απαρχαιωμένο.

γ) Να αναπληρώσουν τις αναμενόμενες απώλειες εσόδων στην εθνική αγορά, με επενδύσεις στο εξωτερικό, βασικά σε εταιρείες κινητής τηλεφωνίας. Έτσι o ΟΤΕ εξασφάλισε  παρουσία σε όλες τις Βαλκανικές χώρες.

Με τα μέτρα που λήφθηκαν ταυτόχρονα και σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο ΟΤΕ χαρακτηρίστηκε για το 2001, ως η τρίτη καλύτερη εταιρεία από πλευράς απόδοσης μεταξύ όλων των τηλεπικοινωνιακών επιχειρήσεων της Ευρώπης (έκθεση της Merill Lynch 1/2002).

Μετά από αυτό το γιγαντιαίο έργο θεωρώ ότι οι στόχοι επετεύχθησαν. Δυστυχώς το 2002 αντικαταστάθηκα, ενώ κατά την άποψή μου χρειαζόταν 1 ακόμη χρόνος περίπου, για να ολοκληρωθεί η  προσπάθεια. Αισθάνομαι όμως δικαιωμένος, αφού οι επόμενες διοικήσεις πράγματι ακολούθησαν λίγο ή πολύ τις ίδιες κατευθύνσεις.

 

Δώσατε ευκαιρίες και αναδείξατε μία ολόκληρη γενιά στελεχών που κυριαρχούν σήμερα στην αγορά. Πως αισθάνεστε γι αυτό;

Βασικά αισθάνομαι ικανοποίηση από τις επιλογές μου, ιδιαίτερα στην Cosmote, που οι εξωτερικές παρεμβάσεις, λόγω της κατάστασης που βρισκόταν τότε ήταν περιορισμένες.  Κάποτε σε φιλικό γεύμα με πανεπιστημιακούς, με ρώτησαν ποιους μηχανισμούς χρησιμοποιούσα για την επιλογή στελεχών. Απάντησα ότι  δε γνωρίζω τις δικές τους μεθόδους, με τις πολυπληθείς επιτροπές και τον επί τρίωρο βασανισμό των υποψηφίων. Μπορώ όμως να καταλάβω σε σύντομο χρονικό διάστημα, πέρα από τα τυπικά του προσόντα και την προϋπηρεσία του υποψηφίου, αν μπορώ να επικοινωνήσω μαζί του, αν μπορώ να βασιστώ σ’αυτόν , αν μπορούμε μαζί να μοιραστούμε κάποιους στόχους. Το αργότερο σε 15 λεπτά συνόψιζα λέγοντας «έλα τη Δευτέρα για δουλειά» ή «ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου». Συνεχίζουν και με ρωτούν το ποσοστό επιτυχίας από τέτοιες συνεντεύξεις. Απάντησα ότι δυστυχώς το 15-20% των επιλογών αυτών αποδείχθηκαν λανθασμένες. Αυτό, λένε, ότι είναι μέσα στα επιτρεπτά αμερικανικά πρότυπα και παραδέχομαι ότι ένιωσα κάπως καλύτερα για όποιες λανθασμένες επιλογές μου.

 

Υπήρξατε Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού τμήματος του GSM Association. Με αυτή την ιδιότητα συμμετείχατε στις πιο καθοριστικές αποφάσεις για την εξέλιξη της κινητής. Τα πράγματα ήρθαν όπως τα είχατε σχεδιάσει;

Η τυποποίηση του ευρωπαϊκού συστήματος κινητής τηλεφωνίας GSM, ξεκίνησε το 1981 στα πλαίσια της CEPT (Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών με στελέχη των παραδοσιακών τηλεπικοινωνιακών οργανισμών της Ευρώπης). Λίγο αργότερα δημιουργήθηκε στις Βρυξέλλες υπό τον κ.Carpentier ομάδα εργασίας (task force στην αρχή, Γενική Διεύθυνση ΧΙΙΙ αργότερα) με σκοπό την προετοιμασία της κοινοτικής Ευρώπης για πλήρη απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών, . Η ομάδα αυτή ενίσχυσε το έργο του GSM με στελέχη ερευνητικών κέντρων της Ευρώπης και της τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας και απέκτησε στενή επαφή με τους παραδοσιακούς τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς της Ευρώπης, μέσω της SOGT (Senior Official Telecom Group). H oμάδα τυποποίησης GSM ολοκλήρωσε το έργο της το 1988. Η SOGT στο διάστημα 1985-89 προετοιμάζει και η ευρωπαϊκή Επιτροπή εκδίδει 100 περίπου Οδηγίες για την απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών (η εξοικείωση μου στο επερχόμενο τηλεπικοινωνιακό περιβάλλον οφείλεται στη συμμετοχή μου στο όργανο αυτό ως εκπρόσωπος του ΟΤΕ). Όταν αργότερα επανήλθα (1993) στο GSM (Association από το 1991), ως στέλεχος της PANAFON, ήταν φανερό πια ότι το σύστημα είχε παγκόσμιο ενδιαφέρον (70 περίπου εταιρείες από Ασία, Αφρική και την υπόλοιπη Ευρώπη, παρακολουθούσαν τη Γενική Συνέλευση ως παρατηρητές-υποψήφιοι για την επιλογή της τεχνολογίας αυτής). Οι εξελίξεις έδειξαν ότι το GSM ήταν το πλέον αξιόπιστο σύστημα στον κόσμο και η σταδιακή ανάπτυξη του, έγινε έγκαιρα και ήταν ανάλογη της ζήτησης. Το μόνο πράγμα που δεν προβλέφθηκε ήταν η ταχύτατη ανάπτυξη του συστήματος σε κάθε εθνική αγορά σε όλο τον κόσμο.

 

Είχατε πει ότι το 3G το ανακάλυψαν πρώτα οι δημοσιογράφοι και μετά οι μηχανικοί. Το 4G;

Ο σχεδιασμός του ευρωπαϊκού συστήματος κινητής τηλεφωνίας GSM, ολοκληρώθηκε το 1988. Ήταν ένα ολοκληρωμένο ψηφιακό σύστημα για υποστήριξη υπηρεσιών φωνής, εικόνας και δεδομένων. Η τεχνολογία όμως της εποχής εκείνης δεν επέτρεπε την υποστήριξη όλων των υπηρεσιών αυτών. Έτσι άρχισε η σταδιακή εφαρμογή του, από το 1991 και μετά, με μια βασική υπηρεσία (την τηλεφωνία), στη ζώνη συχνοτήτων των 900 ΜΗΖ), με ορισμένα αλφάβητα μόνο (το ελληνικό αλφάβητο υποστηρίχθηκε μετά την εισαγωγή του συστήματος στην Ελλάδα-1994) και μια σειρά συμπληρωματικών υπηρεσιών (αναγνώριση καλούντος, εκτροπή κλήσεων κλπ). Οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας σε όλα τα κράτη μέλη κατέβαλλαν ένα μικρό τίμημα για τη χρήση του φάσματος συχνοτήτων (εκτός της Ελλάδας όπου το τίμημα για την απόκτηση των σχετικών αδειών ήταν εξαιρετικά υψηλό). Δεν υπήρχε  τότε ο χαρακτηρισμός, ως η πρώτη γενιά του  GSM.  Με την ανάπτυξη του συστήματος, από τα μέσα της δεκαετίας και μετά (στο μεταξύ παρουσίασαν μεγάλη ανάπτυξη και οι υπηρεσίες  μηνυμάτων SMS), οι κυβερνήσεις των κρατών μελών διαθέτουν και δεύτερη ζώνη συχνοτήτων στα 1800 ΜΗΖ και επιβάλουν υψηλό τίμημα  στις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας για τη χρήση του (μιμήθηκαν στην περίπτωση αυτή τη χώρα μας). Από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παρουσιάσθηκε για την περίπτωση αυτή, ο όρος δεύτερη γενιά του GSM. Με την αύξηση της κίνησης, τη διάθεση και τρίτης ζώνης συχνοτήτων στα 2500 ΜΗΖ και κυρίως με την αύξηση της ζήτησης υπηρεσιών διαδικτύου οι δημοσιογράφοι είναι  εκείνοι που χαρακτηρίζουν την κατάσταση αυτή ως τρίτη γενιά του GSM. Σήμερα έχουμε επιπλέον ακόμη πιο υψηλές ταχύτητες για τις υπηρεσίες διαδικτύου, ακόμη πιο καλύτερα προϊόντα λογισμικού.  Έτσι έμεινε στις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας να βαφτίσουν τη σημερινή κατάσταση ως τέταρτη γενιά.

 

Βλέπουμε τη φωνή να γίνεται commodity και το κόστος χρήσης να πέφτει,  αλλά τα δίκτυα έχουν ανάγκες και πρέπει να βρουν νέες πηγές εσόδων. Ποιες κατά τη γνώμη σας είναι οι πιο σημαντικές από αυτές;

Πριν 20 χρόνια οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας λειτούργησαν ξεχωριστά από τους παραδοσιακούς τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς. Αργότερα ξεχωριστά άρχισαν να λειτουργούν εταιρείες Διαδικτύου και Εναλλακτικές εταιρείες σταθερής τηλεφωνίας.

Σήμερα παρατηρούμε συγκέντρωση τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών σε μια εταιρεία. Ο ΟΤΕ συγχωνεύθηκε με την Cosmote και την ΟΤΕΝΕΤ, η VODAFONE και η WIND παρέχουν άμεσα ή έμμεσα και υπηρεσίες Διαδικτύου και σταθερής τηλεφωνίας και απέμειναν 3 μόνο εναλλακτικές εταιρείες Forthnet, Hol και ΟΝ, οι οποίες το πιθανότερο είναι να στοχεύουν σε κάποια αξιοπρεπή απορρόφηση ή εξαγορά. Από πλευράς τεχνολογίας δεν αναμένεται στο ορατό μέλλον κάποιο προϊόν που θα ταράξει την αγορά (μόνο βελτίωση ποιότητας, μεγαλύτερες ταχύτητες, κάποιες νέες υπηρεσίες, όχι τίποτα περισσότερο. Οι επενδύσεις των εταιρειών θα περιορισθούν βασικά στη βελτίωση της ποιότητας που προσφέρουν και στην καλύτερη ικανοποίηση της εκπηγάζουσας κίνησης στα δίκτυα τους. Δεν είναι ορατές σήμερα νέες θεαματικές πηγές εσόδων για τις τηλεπικοινωνιακές εταιρείες.

 

Αν έπρεπε να δώσετε μία διάλεξη και το κοινό σας ήταν φοιτητές MBA, τι θα επιλέγατε να τους πείτε;

Οπωσδήποτε την περίπτωση της Cosmote, ως case study. Όπως επιχείρησε άλλωστε ο καθηγητής κ. Μπουραντάς στο βιβλίο του, με τίτλο «Management», που απευθυνόταν στο μεταπτυχιακό τμήμα της ΑΣΟΕ. Μου δώρισε μάλιστα ένα αντίτυπο κάποια Χριστούγεννα με μια συγκινητική αφιέρωση. Δεν γνώριζα μέχρι τότε τον καθηγητή, και επικοινώνησα μαζί του, να τον ευχαριστήσω, αλλά και να τον ρωτήσω για πιο λόγο περιέλαβε στο βιβλίο του, ένα κεφάλαιο για την Cosmote. Η απάντηση του ήταν «μα κύριε Μανασή, δεν έχουμε άλλα τέτοια παραδείγματα στην Ελλάδα, να τα περιλάβουμε σε ένα τέτοιο βιβλίο!».

 

 

Ο Νίκος Μανασής είναι απόφοιτος της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στον ΟΤΕ το 1972 και εργάστηκε σε αυτόν για 20 περίπου χρόνια, καλύπτοντας όλους τους κύριους τομείς των τηλεπικοινωνιών.

Συμμετείχε σε ομάδες εργασίας για την ανάπτυξη κοινών ευρωπαϊκών τηλεπικοινωνιακών προτύπων (CEPT 1972-1984) και την ανάπτυξη κοινών διεθνών τηλεπικοινωνιακών προτύπων (ITU 1979-1984).

Διετέλεσε μέλος 10μελούς επιτροπής ανωτάτων στελεχών των τηλεπικοινωνιακών οργανισμών, της Κοινοτικής Ευρώπης, υπό την αιγίδα της Γενικής Διεύθυνσης Τηλεπικοινωνιών ΧΙΙΙ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για την επεξεργασία και έκδοση 100 περίπου Κοινοτικών Οδηγιών (Directives), με σκοπό την απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών (1985-1989).

Από το 1991 έως το 1997, διετέλεσε στην Panafon Διευθυντής Ανάπτυξης της τότε νεοεισερχόμενης εταιρείας κινητής στην ελληνική αγορά. Η εταιρεία διατήρησε κυρίαρχη θέση στην ελληνική αγορά μέχρι το 2001.

Διετέλεσε μέλος του διεθνούς οργανισμού GSM Association και πρώτος εκλεγμένος Πρόεδρος των 88 (τότε) εταιρειών κινητής τηλεφωνίας της Ευρώπης.

Από το 1998 ως το 2000, εκτελούσε καθήκοντα Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου στην COSMOTE. Από την ίδρυσή της και μέσα σε 27 μήνες η Cosmote κατέληξε ως η πρώτη εταιρεία κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα.

Από το 2000 και μέχρι το 2002, ο κ.Μανασής συνέχισε την καριέρα του στον OTE ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου.

Έχοντας υπόψη την επερχόμενη απελευθέρωση της τηλεπικοινωνιακής αγοράς και στην Ελλάδα και την αναμενόμενη μείωση εσόδων, αποδύθηκε σε μια σαρωτική προσπάθεια εκσυγχρονισμού και μείωσης κόστους λειτουργίας του Οργανισμού. 

Αποτέλεσμα των μέτρων αυτών ήταν, στα τέλη του 2001, τόσο ο ΟΤΕ, όσο και η COSMOTE, να βρίσκονται στις 3 πρώτες θέσεις στην κατάταξη των τηλεπικοινωνιακών εταιρειών της Ευρώπης, ως προς τις αποδόσεις των μετοχών τους.

 

 

 

 

Share.

Leave A Reply