Σε ένα ταχέως εξελισσόμενο παγκόσμιο τοπίο, όπου η οικονομική αβεβαιότητα και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις δοκιμάζουν τις αντοχές των αγορών, το ελληνικό οικοσύστημα καινοτομίας επιδεικνύει μια αξιοσημείωτη σταθερότητα, διαμορφώνοντας μια νέα, πιο ώριμη ταυτότητα. Στο νέο επεισόδιο των SmartTalks, ο Φίλιππος Ζακόπουλος, Managing Partner του Found.ation, αναλύει τα δεδομένα που προκύπτουν από την έκθεση FWD Greece Innovation Pulse 2025–2026 και εξηγεί πώς η ανθεκτικότητα της αγοράς μεταφράζεται πλέον σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Η συζήτηση εστιάζει στο πώς η ελληνική καινοτομία, έχοντας ξεπεράσει το στάδιο της πρώιμης ανάπτυξης, καλείται να διαχειριστεί σύνθετα χρηματοδοτικά εργαλεία και να προετοιμαστεί για μια πιθανή διεθνή αναταραχή θωρακίζοντας τις δομές της.
Η ανάλυση των αριθμών αποκαλύπτει μια βαθύτερη ποιοτική αλλαγή, καθώς το ρεκόρ επενδύσεων των 732 εκατομμυρίων ευρώ δεν αποτελεί απλώς ένα στατιστικό ορόσημο, αλλά την απόδειξη της διευρυμένης εμπιστοσύνης από διεθνείς παίκτες. Ο κ. Ζακόπουλος επισημαίνει ότι η είσοδος 143 μοναδικών επενδυτών και η ύπαρξη 18 ενεργών Venture Capital funds δημιουργούν ένα δίχτυ ασφαλείας, μειώνοντας την εξάρτηση από μεμονωμένες πηγές χρηματοδότησης. Αυτή η πολυμορφία κεφαλαίων αποτελεί τον κρισιμότερο δείκτη υγείας του οικοσυστήματος, καθώς επιτρέπει στις ελληνικές startups να προσελκύουν πόρους όχι μόνο από εγχώρια σχήματα αλλά και από την παγκόσμια αγορά. Παράλληλα, τονίζεται ότι η διεθνής επενδυτική παρουσία λειτουργεί ως καταλύτης εξωστρέφειας, φέρνοντας τεχνογνωσία και συνδέοντας την εγχώρια παραγωγή καινοτομίας με παγκόσμια δίκτυα.
Στη συνέχεια, στο επίκεντρο τίθεται η στρατηγική χρήση του Venture Debt, με αφορμή την περίπτωση της Spotawheel, η οποία ανέδειξε τη δυναμική των εναλλακτικών μορφών δανεισμού. Ο Φίλιππος Ζακόπουλος διευκρινίζει ότι, αν και το Equity παραμένει ο βασιλιάς των επενδύσεων, η στροφή σε εργαλεία δανεισμού υποδηλώνει μια χρηματοδοτική ωριμότητα που συναντάται σε προηγμένες αγορές. Η ικανότητα μιας εταιρείας να σηκώσει δανειακά κεφάλαια προϋποθέτει την ύπαρξη εγγυήσεων και σταθερών ροών, στοιχεία που αναβαθμίζουν το προφίλ ρίσκου των ελληνικών scale-ups. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση ρίσκου από πλευράς τραπεζών και πιστωτικών ιδρυμάτων παραμένει μια σύνθετη διαδικασία, καθιστώντας το Venture Debt ένα εργαλείο για λίγους και εκλεκτούς παίκτες που διαθέτουν μετρήσιμα περιουσιακά στοιχεία.
Περνώντας στον κρίσιμο τομέα του ψηφιακού μετασχηματισμού, η συζήτηση φωτίζει το χάσμα μεταξύ της τεχνολογικής διαθεσιμότητας και της οργανωτικής ετοιμότητας των επιχειρήσεων. Παρά την εισαγωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης, παρατηρείται ότι πολλοί οργανισμοί παραμένουν εγκλωβισμένοι σε πιλοτικές εφαρμογές, αδυνατώντας να περάσουν σε ουσιαστική ενσωμάτωση στην καθημερινή λήψη αποφάσεων. Ο Managing Partner του Found.ation υπογραμμίζει ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι η τεχνολογία, αλλά η κουλτούρα διοίκησης, καθώς τα διοικητικά συμβούλια συχνά στερούνται της απαραίτητης τεχνολογικής κατανόησης. Η ανάδειξη νέων ρόλων C-level, όπως ο Chief Digital Officer, κρίνεται απαραίτητη για να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ της παραδοσιακής ιεραρχίας και των απαιτήσεων της νέας ψηφιακής εποχής.
Ένα κρίσιμο σημείο αφορά το ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε προσπάθειας μετασχηματισμού και καινοτομίας. Η ανάλυση καταδεικνύει ότι, ενώ η Ελλάδα διαθέτει ταλέντο υψηλής ποιότητας, υπάρχει έλλειμμα σε ποσοτικό επίπεδο, το οποίο επιτείνεται από την αργή προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος. Η λύση, σύμφωνα με τον καλεσμένο, βρίσκεται στην ανάληψη πρωτοβουλιών από τον ιδιωτικό τομέα, μέσω της αύξησης των προϋπολογισμών για εταιρική εκπαίδευση. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να επενδύσουν στο reskilling των εργαζομένων τους, όχι μόνο σε τεχνικές δεξιότητες αλλά και σε soft skills, δημιουργώντας έτσι τις εσωτερικές δυνατότητες που απαιτούνται για να αξιοποιηθεί η Τεχνητή Νοημοσύνη και να υποστηριχθούν τα νέα μοντέλα εργασίας.
Όσον αφορά την κινητικότητα των exits, το 2025 κατέγραψε ρεκόρ σε πλήθος συμφωνιών, γεγονός που ερμηνεύεται ως ένδειξη υγείας και ροής, παρά την απουσία πολύ μεγάλων συμφωνιών. Η απουσία ενός νέου «μονόκερου» δεν πρέπει να ανησυχεί, καθώς η συχνότητα των μικρότερων εξαγορών επιβεβαιώνει ότι το οικοσύστημα λειτουργεί και παράγει αξία. Ο κ. Ζακόπουλος τονίζει ότι η σταθερή ροή εξαγορών είναι προτιμότερη από σποραδικές επιτυχίες, καθώς χτίζει εμπιστοσύνη και ανακυκλώνει κεφάλαια και ταλέντο στην αγορά. Παράλληλα, η επανεμφάνιση επενδύσεων σε πρώιμα στάδια (Pre-seed/Seed) διασφαλίζει τη συνέχεια, τροφοδοτώντας την επόμενη γενιά καινοτομίας που θα ωριμάσει τα προσεχή χρόνια.
Στο πεδίο της αμυντικής τεχνολογίας (Defense Tech), αναγνωρίζεται μια σαφής ευκαιρία για την Ελλάδα, δεδομένης της γεωπολιτικής της θέσης και της υπάρχουσας βιομηχανικής βάσης. Η στροφή κεφαλαίων προς αυτόν τον τομέα θεωρείται φυσιολογική εξέλιξη, που μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη αν αντιμετωπιστεί με σύνεση και στρατηγική. Η ύπαρξη εξειδικευμένου ταλέντου και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική καινοτομία δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για συνέργειες μεταξύ startups και μεγάλων βιομηχανιών. Ωστόσο, τονίζεται ότι η επιτυχία σε αυτόν τον απαιτητικό κλάδο απαιτεί υπομονή, «ταπεινότητα» και προσήλωση σε λύσεις που μπορούν να έχουν διεθνή εφαρμογή και όχι μόνο τοπική χρήση.
Η ανάλυση ολοκληρώνεται με το βλέμμα στο μέλλον και το στρατηγικό στοίχημα της περιφερειακής επέκτασης. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η εξαγωγή προϊόντων, αλλά η εξωστρέφεια των ίδιων των επενδυτικών σχημάτων. Το όραμα αφορά τη μετεξέλιξη των ελληνικών Venture Capital funds σε περιφερειακούς παίκτες που θα επενδύουν εκτός συνόρων, μετατρέποντας την Ελλάδα σε κόμβο διαχείρισης κεφαλαίων για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η υιοθέτηση θεσμικών πλαισίων όπως το «EU Corp» θα μπορούσε να διευκολύνει αυτή τη διαδικασία, αίροντας γραφειοκρατικά εμπόδια. Τελικά, η περιφερειακή ηγεμονία και η θεσμική ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς αποτελούν τα κλειδιά για να αποκτήσει το ελληνικό οικοσύστημα στρατηγικό βάθος και μακροχρόνια προοπτική.
