Η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να διαδραματίσει κομβικό ρόλο στην ενίσχυση της παραγωγικότητας στην ευρωπαϊκή οικονομία, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για αύξηση της παραγωγικότητας κατά περίπου 3,5% σε ορίζοντα δεκαετίας. Αυτό προκύπτει από τα ευρήματα της φετινής έκθεσης «The State of Enterprise Connectivity Europe 2025» της Ericsson, η οποία βασίστηκε σε στοιχεία και απόψεις ευρωπαϊκών επιχειρήσεων για τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης και τις προοπτικές της συνδεσιμότητας στη Γηραιά ήπειρο.
Η εξέλιξη και η διάθεση νέων, ισχυρότερων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης από τεχνολογικές εταιρείες, όπως η Meta, η Google και η OpenAI, επιταχύνουν τη διαδικασία υιοθέτησης αυτών των εργαλείων σε όλα τα επίπεδα των επιχειρηματικών λειτουργιών, μεταβάλλοντας ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι οργανισμοί διαχειρίζονται τις πωλήσεις, το μάρκετινγκ, τη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού και την εξυπηρέτηση πελατών. Η τεχνητή νοημοσύνη διευκολύνει την ανάλυση μεγάλων συνόλων δεδομένων και επιτρέπει την παροχή προσωποποιημένων προτάσεων στους πελάτες, ενώ μετασχηματίζει ακόμη και τον τρόπο αναζήτησης πληροφοριών. Οι επιχειρήσεις εστιάζουν ολοένα και περισσότερο στη βέλτιστη αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων, αναγνωρίζοντας την αξία που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη στη βελτίωση της απόδοσης των δικτύων τους.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έκθεσης, το 85% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων συμφωνεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη συνεισφέρει στη βελτίωση της απόδοσης των δικτύων μέσω της αυτοματοποίησης της ανάλυσης και της μείωσης του χειρωνακτικού φόρτου εργασίας των ομάδων της πληροφορικής. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ορίζει όρια φυσιολογικής λειτουργίας για την κυκλοφορία δεδομένων και να εντοπίζει αυτόματα ανωμαλίες ή διακοπές, διατυπώνοντας συστάσεις για την αποκατάσταση ενδεχόμενων προβλημάτων πριν αυτά εξελιχθούν σε ευρύτερες δυσλειτουργίες. Παράλληλα, είναι σε θέση να συνθέτει πληροφορίες από τεχνικά έγγραφα και να απαντά σε εξειδικευμένα ερωτήματα σχετικά με το δίκτυο, εξοικονομώντας πολύτιμο χρόνο για τις ομάδες IT.
Η αλληλεπίδραση μεταξύ τεχνητής νοημοσύνης και συνδεσιμότητας υψηλών ταχυτήτων, όπως τα δίκτυα πέμπτης γενιάς, είναι πλέον κρίσιμη για την υλοποίηση καινοτόμων εφαρμογών σε όλο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας. Το 88% των επιχειρήσεων θεωρεί απαραίτητη μια νέα εποχή συνδεσιμότητας προκειμένου να απελευθερωθεί η καινοτομία που προσφέρουν η τεχνητή νοημοσύνη και το Διαδίκτυο των Πραγμάτων, ενώ το 87% εκτιμά πως η τεχνολογία 5G αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτάχυνση ερευνητικών και αναπτυξιακών πρωτοβουλιών. Η συνύπαρξη αυτών των τεχνολογιών χαρακτηρίζεται από αμοιβαιότητα, καθώς τα δίκτυα 5G εξασφαλίζουν τη γρήγορη μεταφορά των δεδομένων που απαιτούν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει την απόδοση και την ασφάλεια των δικτύων επόμενης γενιάς.
Η αξιοποίηση του Διαδικτύου των Πραγμάτων και των έξυπνων συσκευών αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο των εταιρικών πρωτοβουλιών βιωσιμότητας. Το 50% των επιχειρήσεων έχει ήδη υιοθετήσει λύσεις IoT για την παρακολούθηση των εκπομπών και τη συλλογή σχετικών δεδομένων, με το 80% να εκτιμά πως η αξιόπιστη και υψηλής απόδοσης συνδεσιμότητα αποτελεί βασικό εργαλείο για την επίτευξη περιβαλλοντικών στόχων. Παράλληλα, το 60% των επιχειρήσεων αξιοποιεί κυψελωτά δίκτυα για τη μείωση των αποβλήτων και τη βελτίωση της αποδοτικότητας των εγκαταστάσεων, επιτυγχάνοντας ταχύτερη εγκατάσταση και ενισχυμένη ασφάλεια στη διαχείριση των έξυπνων συσκευών.
Η απρόσκοπτη και αξιόπιστη συνδεσιμότητα, όπως αυτή που προσφέρει ένα σύγχρονο ασύρματο ευρυζωνικό δίκτυο (WWAN), είναι απαραίτητη για επιχειρήσεις που επιδιώκουν άμεση επιχειρησιακή λειτουργία και ευελιξία στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών. Η απώλεια διασύνδεσης σε πραγματικό χρόνο μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά λειτουργικά εμπόδια και να επηρεάσει άμεσα την επιχειρησιακή συνέχεια. Παρόλα αυτά, η υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών συνδεσιμότητας στην Ευρώπη συναντά εμπόδια. Η έλλειψη συντονισμού στην ανάπτυξη των δικτύων 5G, σε συνδυασμό με τα αυστηρά πλαίσια της ουδετερότητας δικτύου που υιοθετούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οδηγεί το 35% των επιχειρήσεων να θεωρεί πως περιορίζονται οι δυνατότητες των παρόχων να προσφέρουν εξειδικευμένες υπηρεσίες συνδεσιμότητας.
Παράλληλα, το 67% των επιχειρήσεων αναφέρει ότι η πολυπλοκότητα των υφιστάμενων λύσεων δυσχεραίνει την περαιτέρω υιοθέτηση της τεχνολογίας 5G, ενώ το 38% δηλώνει ότι η ίδια η διαδικασία αναβάθμισης αποτελεί σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα και το 36% αναγνωρίζει ως πρόβλημα την έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων για τη διαχείριση των σχετικών υποδομών. Οι επιπτώσεις της ελλιπούς συνδεσιμότητας είναι εμφανείς, καθώς το 46% των επιχειρήσεων αναφέρει αυξημένο λειτουργικό κόστος λόγω των προβλημάτων συνδεσιμότητας, το 31% καταγράφει αύξηση σπατάλης και το 28% συνδέει άμεσα τη μειωμένη διαθεσιμότητα με απώλειες εσόδων. Επιπλέον, το 71% των επιχειρήσεων θεωρεί πως η κακή συνδεσιμότητα σε απομακρυσμένες περιοχές περιορίζει τη δυνατότητα συλλογής δεδομένων σχετικά με τις εκπομπές.
Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, σύμφωνα με την Ericsson, οι επιχειρήσεις μπορούν να αναζητήσουν λύσεις μέσω εξωτερικών συνεργατών και διαχειριζόμενων υπηρεσιών συνδεσιμότητας, που αυτοματοποιούν τη διαμόρφωση και τη διαχείριση των δικτύων και διευκολύνουν τις ομάδες πληροφορικής να εστιάσουν σε στρατηγικής σημασίας έργα. Η υιοθέτηση managed λύσεων 5G μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματική απάντηση στις αυξημένες απαιτήσεις, προσφέροντας απλούστερη διαχείριση, μεγαλύτερη διαθεσιμότητα και ασφάλεια, συμβάλλοντας παράλληλα στη διαρκή αναβάθμιση της επιχειρησιακής λειτουργίας και στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η τεχνολογική καινοτομία.
