Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προχώρησε την Πέμπτη στην υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης και βαρυσήμαντης έκθεσης σχετικά με την τεχνολογική κυριαρχία και τις ψηφιακές υποδομές της Ένωσης. Με μια συντριπτική πλειοψηφία, καθώς το κείμενο υπερψηφίστηκε με 471 ψήφους υπέρ έναντι 68 κατά, το σώμα έδωσε εντολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δράσει άμεσα. Η απόφαση αυτή, η οποία συγκέντρωσε την υποστήριξη του 77% των ευρωβουλευτών, βασίστηκε στη συνεργασία των μεγάλων πολιτικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, των Σοσιαλδημοκρατών, των Φιλελεύθερων και των Πρασίνων. Κεντρικός άξονας της απόφασης είναι η δραστική μείωση της εξάρτησης της ΕΕ από ξένους τεχνολογικούς παρόχους σε κρίσιμους τομείς όπως οι ημιαγωγοί, το υπολογιστικό νέφος (cloud), το λογισμικό και τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο κοινοβουλευτικό έγγραφο, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται σήμερα από χώρες εκτός της Ένωσης για περισσότερο από το 80% των ψηφιακών προϊόντων, υπηρεσιών και υποδομών που χρησιμοποιεί. Η έκθεση, αν και δεν είναι νομικά δεσμευτική, κατευθύνει την Επιτροπή να χαρτογραφήσει λεπτομερώς αυτές τις κρίσιμες εξαρτήσεις και να αναπτύξει πολιτικές για την αντιμετώπισή τους. Προτείνεται η δημιουργία ενός «Eurostack», μιας θεμελιώδους ευρωπαϊκής ψηφιακής υποδομής που θα βασίζεται σε ανοιχτά πρότυπα, καθώς και η θέσπιση πολιτικών «Πρώτα Ανοιχτός Κώδικας» (Open Source first) στις κρατικές προμήθειες, ώστε να ενισχυθεί η τοπική τεχνολογική βάση.
Κυριαρχία Αμερικανικών Κολοσσών στην Αγορά Cloud
Η ανησυχία των Ευρωπαίων νομοθετών επιβεβαιώνεται από τα πρόσφατα δεδομένα της Synergy Research Group, τα οποία καταδεικνύουν το μέγεθος της ανισορροπίας στην αγορά. Ενώ η ευρωπαϊκή αγορά cloud έχει εξαπλασιαστεί από το 2017, φτάνοντας την αξία των 61 δισ. ευρώ (70 δισ. δολάρια) το 2024, το μερίδιο των τοπικών παρόχων έχει συρρικνωθεί. Συγκεκριμένα, οι Ευρωπαίοι πάροχοι κατέχουν πλέον μόλις το 15% της αγοράς, ποσοστό που παραμένει σταθερό από το 2022, έχοντας πέσει από το 29% που κατείχαν το 2017. Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικοί κολοσσοί Amazon, Microsoft και Google ελέγχουν το 70% της ευρωπαϊκής αγοράς, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια ανταγωνισμού.
Στον αντίποδα, οι μεγαλύτεροι τοπικοί πάροχοι, όπως η SAP και η Deutsche Telekom, κατέχουν μόλις το 2% της αγοράς ο καθένας, ακολουθούμενοι από την OVHcloud και άλλους περιφερειακούς παίκτες. Ο John Dinsdale, επικεφαλής αναλυτής της Synergy Research Group, σχολίασε ότι η αγορά του cloud απαιτεί τεράστια οικονομικά στοιχήματα και επιχειρησιακή αριστεία, κριτήρια στα οποία οι ευρωπαϊκές εταιρείες δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τους αμερικανικούς ομίλους. Οι τελευταίοι επενδύουν περίπου 10 δισ. ευρώ κάθε τρίμηνο σε προγράμματα κεφαλαιουχικών δαπανών στην Ευρώπη, δημιουργώντας ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για όσους επιθυμούν να αμφισβητήσουν την ηγετική τους θέση στην αγορά.
Γεωπολιτικές Εντάσεις και Χρηματοδοτικό Χάσμα
Η έκθεση του Ευρωκοινοβουλίου υπογραμμίζει το τεράστιο επενδυτικό χάσμα που χωρίζει την Ευρώπη από τους παγκόσμιους ανταγωνιστές της, ιδιαίτερα στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Επισημαίνεται ότι η νέα κυβέρνηση Τραμπ στις ΗΠΑ έχει εξαγγείλει επενδύσεις ύψους 476 δισ. ευρώ (500 δισ. δολάρια) στον τομέα της AI έως το 2029. Αντιθέτως, το 2021 η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεισέφερε μόλις το 7% των παγκόσμιων επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη, σε σύγκριση με το 40% των ΗΠΑ και το 32% της Κίνας. Η εξάρτηση αυτή δημιουργεί νομικούς κινδύνους, καθώς νόμοι όπως ο FISA και ο Cloud Act επιτρέπουν στις αμερικανικές αρχές πρόσβαση σε δεδομένα που φιλοξενούνται από αμερικανικές εταιρείες.
Επιπλέον, η υποδομή συνδεσιμότητας της Ευρώπης παρουσιάζει σημαντικές καθυστερήσεις, θέτοντας σε κίνδυνο τους στόχους της «Ψηφιακής Δεκαετίας» για το 2030. Η κάλυψη οπτικών ινών φτάνει μόνο στο 64% των νοικοκυριών, ενώ υπάρχουν σημαντικές καθυστερήσεις στην ανάπτυξη δικτύων 5G. Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για τα υποβρύχια καλώδια, τα οποία μεταφέρουν το 99% των διεθνών επικοινωνιών. Η έκθεση καλεί για την άμεση δημιουργία ενός στόλου ταχείας απόκρισης και επισκευής εντός της ΕΕ, ώστε να διασφαλιστεί η επιχειρησιακή συνέχεια και η προστασία από δολιοφθορές, δεδομένης της αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας.
Ενεργειακές Προκλήσεις και Έλλειμμα Δεξιοτήτων
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα που αναδεικνύεται στην κοινοβουλευτική πρόταση είναι η ραγδαία αύξηση της ενεργειακής κατανάλωσης από τις ψηφιακές υποδομές. Τα κέντρα δεδομένων και οι υπηρεσίες cloud ευθύνονται ήδη για το 9% της παγκόσμιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Στην Ευρώπη, η κατανάλωση αυτή αναμένεται να τριπλασιαστεί μέχρι το τέλος της δεκαετίας, φτάνοντας τις 150 TWh, ανεβάζοντας το μερίδιό τους από το 2% στο 5% της συνολικής ευρωπαϊκής κατανάλωσης. Η Επιτροπή καλείται να διασφαλίσει ότι η ανάπτυξη αυτών των υποδομών θα συνοδεύεται από επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια και τεχνολογίες ψύξης για τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Παράλληλα, η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει ένα σοβαρό έλλειμμα σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο απειλεί την ανταγωνιστικότητά της. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι η έλλειψη επαγγελματιών στον τομέα των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ICT) θα φτάσει τα 12 εκατομμύρια άτομαέως το 2030, απέχοντας πολύ από τον στόχο των 20 εκατομμυρίων ειδικών. Επιπλέον, μόνο το 54% των Ευρωπαίων πολιτών διαθέτει σήμερα τουλάχιστον βασικές ψηφιακές δεξιότητες, ποσοστό που υπολείπεται σημαντικά του στόχου του 80% που έχει τεθεί. Η κατάσταση αυτή δυσχεραίνει την προσπάθεια των επιχειρήσεων να καινοτομήσουν και να υιοθετήσουν νέες τεχνολογίες.
Αντιδράσεις Αναλυτών και Στρατηγική Επιχειρήσεων
Οι αναλυτές της αγοράς προειδοποιούν ότι η μετάβαση σε ένα καθεστώς ψηφιακής κυριαρχίας θα είναι μια μακροχρόνια και δαπανηρή διαδικασία. Ο Nader Henein, αντιπρόεδρος αναλυτής στην Gartner, τόνισε ότι οι Ευρωπαίοι CIOs καλούνται να ανατρέψουν μια στρατηγική δύο δεκαετιών, σημειώνοντας ότι η αλλαγή αυτή «δεν θα είναι εύκολη, δεν θα είναι φθηνή και θα διαρκέσει πολλαπλές γενιές». Ο ίδιος εκτιμά ότι η πλήρης απεξάρτηση θα απαιτήσει ορίζοντα άνω της δεκαετίας, καθώς η Ευρώπη στήριζε τους Αμερικανούς παρόχους μέσω συμφωνιών αδειοδότησης για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων 20 ετών.
Ωστόσο, η επιχειρηματική κοινότητα φαίνεται να αντιδρά ήδη στις γεωπολιτικές εξελίξεις, προσαρμόζοντας τις στρατηγικές της. Σύμφωνα με έρευνα της Gartner που διεξήχθη τον Νοέμβριο του 2025 σε 241 ηγετικά στελέχη τεχνολογίας, το 61% των ερωτηθέντων στη Δυτική Ευρώπη σχεδιάζει να αυξήσει την εξάρτησή του από τοπικούς ή περιφερειακούς παρόχους cloud. Επιπλέον, το 53% δήλωσε ότι οι γεωπολιτικοί παράγοντες θα περιορίσουν τη μελλοντική χρήση παγκόσμιων παρόχων. Ο Dario Maisto της Forrester επισημαίνει ότι αυτή η στροφή θα είναι μια «επαναστατική μακροπρόθεσμη αλλαγή» που θα συμβεί σταδιακά, φόρτο εργασίας προς φόρτο εργασίας.
Ορισμός Κυριαρχίας και Δημόσιες Συμβάσεις
Στο πλαίσιο της συζήτησης για το τι συνιστά πραγματική ψηφιακή κυριαρχία, ο Sanchit Vir Gogia της Greyhound Research τονίζει ότι αυτή πρέπει να ορίζεται από τον επιχειρησιακό έλεγχο και όχι απλώς από την τοποθεσία φιλοξενίας των δεδομένων. Προσδιορίζει πέντε κρίσιμους ελέγχους: δικαιοδοσία, διαχείριση κλειδιών, διακυβέρνηση ταυτότητας, επιχειρησιακή εντολή και αναστρεψιμότητα. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «αν τα δεδομένα είναι στην Ευρώπη αλλά τα κλειδιά κρυπτογράφησης όχι, δεν έχετε κυριαρχία». Ο Maisto προτείνει μια προσέγγιση «Ελάχιστης Βιώσιμης Κυριαρχίας» (Minimum Viable Sovereignty) που εξισορροπεί τις ανάγκες ασφαλείας με το κόστος.
Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να ενισχύσει το οικοσύστημα ανοιχτού λογισμικού ως εναλλακτική λύση έναντι των αμερικανικών κολοσσών. Η νέα πρωτοβουλία «Προς ευρωπαϊκά ανοιχτά ψηφιακά οικοσυστήματα» βρίσκεται σε φάση διαβούλευσης έως τις 3 Φεβρουαρίου, καλώντας τους ενδιαφερόμενους να καταθέσουν προτάσεις. Ο Gogia σημειώνει ότι οι πολιτικές προμηθειών μπορούν να επηρεάσουν την αγορά μόνο όπου η ζήτηση του δημόσιου τομέα είναι μεγάλη και συντονισμένη. Προειδοποιεί όμως για τον κίνδυνο κατακερματισμού, αναφέροντας ως παράδειγμα την πιθανότητα η Γαλλία να πιστοποιεί ένα κυρίαρχο cloud και η Γερμανία να αρνείται να το αναγνωρίσει.
