Το 2025 αποτέλεσε έτος ωρίμανσης για την τεχνολογία στην Ελλάδα: οι υποδομές βελτιώθηκαν, το ψηφιακό κράτος έγινε πιο λειτουργικό και το ρυθμιστικό πλαίσιο κυβερνοασφάλειας απέκτησε επιχειρησιακό βάθος. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκοί δείκτες επιμένουν στο βασικό εμπόδιο: έλλειψη ICT ειδικών και σημαντικό έλλειμμα βασικών ψηφιακών δεξιοτήτων, που περιορίζει την παραγωγική αξιοποίηση της τεχνολογίας από τις επιχειρήσεις. Η χώρα στηρίζεται σε ισχυρή χρηματοδότηση για την ψηφιακή μετάβαση (περίπου €7,4 δισ. από το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και €2,7 δισ. από Ταμεία Συνοχής), αλλά το ζητούμενο είναι η μετατροπή των πόρων σε μετρήσιμη παραγωγικότητα και εξαγώγιμες λύσεις. Ενδεικτικά, η ευρωπαϊκή αποτύπωση αναφέρει ότι το 2024 υπήρχαν 13 edge nodes και 3 unicorns, ένδειξη ότι ο πυρήνας υπάρχει, αλλά χρειάζεται κλιμάκωση.
Υποδομές: 5G σχεδόν παντού, οπτική ίνα σε ανοδική τροχιά, αλλά η ποιότητα είναι το νέο μέτωπο
Στη συνδεσιμότητα, καταγράφεται πληθυσμιακή κάλυψη 5G περίπου 100% (μέσα 2024), ενώ αυξάνεται και η κάλυψη οπτικών ινών (περίπου 46% μέσα 2024) και οι FTTH γραμμές. Η πρόκληση που ανέδειξε το 2025 είναι η μετάβαση από «κάλυψη» σε «εμπειρία»: ανθεκτικότητα δικτύων, backhaul, σημεία διασύνδεσης και πραγματικές επιδόσεις εκεί όπου παράγεται αξία (βιομηχανία, logistics, υγεία, τουρισμός).
AI και υπολογιστική ισχύς: Το 2025 έβαλε υποδομές, το 2026 πρέπει να βγάλει παραγωγή
Η επιλογή της Ελλάδας να φιλοξενήσει ένα από τα πρώτα ευρωπαϊκά AI Factories (Pharos) και η ανάπτυξη του υπερυπολογιστή DAEDALUS αναβαθμίζουν την «εθνική στοίβα» AI. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο το compute, αλλά αξιόπιστα δεδομένα, κανόνες πρόσβασης, secure sandboxes και μηχανισμοί μεταφοράς τεχνολογίας προς ΜμΕ και δημόσιους φορείς, ώστε να υπάρξουν εφαρμογές με μετρήσιμο αντίκτυπο.
Κυβερνοασφάλεια και γεωπολιτική: Η τεχνολογία ως κρίσιμη υποδομή
Το 2025 προστέθηκε επιχειρησιακό βάθος στη συμμόρφωση: το Εθνικό Πλαίσιο Απαιτήσεων για βασικές/σημαντικές οντότητες (22 απαιτήσεις, ΚΥΑ 1689/2025) μετατρέπει τη NIS2 σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Παράλληλα, η επιλογή της Ελλάδας ως έδρας ενός από τους δύο κόμβους του ευρωπαϊκού GOVSATCOM ενισχύει τον ρόλο της χώρας στην ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και στις ασφαλείς επικοινωνίες. Στον αντίποδα, η συζήτηση γύρω από τον Great Sea Interconnector υπενθυμίζει ότι οι ψηφιακές φιλοδοξίες εξαρτώνται από θεσμικά αξιόπιστες ενεργειακές και τηλεπικοινωνιακές διασυνδέσεις, καθώς και από προστασία υποθαλάσσιων υποδομών.
Τι πρέπει να γίνει το 2026
Το 2026 θα κριθεί λιγότερο από το πόσα έργα θα ανακοινωθούν και περισσότερο από το αν η χώρα θα καταφέρει να μετατρέψει την τεχνολογική δυναμική σε μετρήσιμη ικανότητα εκτέλεσης. Η πρώτη και πιο καθοριστική μάχη είναι το ανθρώπινο κεφάλαιο. Αν δεν κλείσει το κενό δεξιοτήτων, η Ελλάδα θα συνεχίσει να αγοράζει τεχνολογία χωρίς να την αξιοποιεί πλήρως. Χρειάζεται, λοιπόν, στοχευμένο reskilling και upskilling ανά κλάδο (υγεία, ενέργεια, ναυτιλία, τουρισμός, βιομηχανία), κίνητρα για να επιστρέψουν ή να έρθουν ICT στελέχη, αλλά και μια πιο «σκληρή» σύνδεση ΑΕΙ–βιομηχανίας, με συμφωνίες που αποτιμώνται σε αποτελέσματα: πρακτικές εφαρμογές, παραγωγή λογισμικού, πατέντες, spin-offs, προσλήψεις.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα χρειάζεται μια καθαρή εθνική στρατηγική για τα data centers, γιατί το 2025 έδειξε ότι το ενδιαφέρον υπάρχει, αλλά οι φυσικοί περιορισμοί είναι πραγματικοί. Το 2026 πρέπει να μπουν κανόνες που ενώνουν επένδυση με φέρουσα ικανότητα: χωροθέτηση με βάση πρόσβαση σε ενέργεια, νερό και δίκτυα, συγκεκριμένα σχέδια αναβάθμισης του ηλεκτρικού δικτύου και δεσμευτικοί δείκτες ενεργειακής αποδοτικότητας. Χωρίς αυτά, ο κίνδυνος είναι να αναπτυχθεί ένας κλάδος «βιτρίνας» που θα συναντήσει γρήγορα τα όρια υποδομών και κοινωνικής αποδοχής.
Στην κυβερνοασφάλεια, το 2026 πρέπει να περάσουμε οριστικά από τη συμμόρφωση στα χαρτιά στη λειτουργική ασφάλεια. Αυτό σημαίνει τομεακές ασκήσεις, διαλειτουργία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε περιστατικά, ενίσχυση των CSIRTs, αλλά και πιο αυστηρό έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας: τι λογισμικό και τι συσκευές μπαίνουν σε κρίσιμες λειτουργίες, με ποια ελάχιστα πρότυπα, με ποια δυνατότητα ενημέρωσης και παρακολούθησης. Ειδικά σε OT/IoT περιβάλλοντα, η λογική του «το βάλαμε και δουλεύει» πρέπει να αντικατασταθεί από ελάχιστες απαιτήσεις ασφάλειας που είναι μη διαπραγματεύσιμες.
Τέλος, το ψηφιακό κράτος χρειάζεται το επόμενο άλμα. Το GovTech 2.0 δεν θα φανεί από τον αριθμό των υπηρεσιών, αλλά από το αν αυτές σχεδιάζονται ως πλατφόρμες: API-first, ώστε να μπορούν να “κουμπώνουν” νέα συστήματα, και εφαρμογή του once-only στην πράξη, ώστε ο πολίτης και η επιχείρηση να μη γίνονται «μεταφορείς» δεδομένων ανάμεσα σε δημόσιες υπηρεσίες. Αν μάλιστα επιταχυνθούν και οι διασυνοριακές ψηφιακές διαδικασίες, η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει τον ρόλο της ως αξιόπιστος κόμβος στην ευρωπαϊκή ψηφιακή ενιαία αγορά – όχι μόνο ως χρήστης τεχνολογίας, αλλά ως παραγωγός λύσεων με αντοχή, κλίμακα και εξαγωγικό αποτύπωμα.
Γράφει ο Αθανάσιος Στάβερης-Πολυκαλάς, AI & Cybersecurity Specialist
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InfoCom
