Παρεμβάσεις που αποσκοπούν στον εκσυγχρονισμό, την απλούστευση και την εναρμόνιση των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα δίκτυα συνδεσιμότητας περιλαμβάνει η πρόταση κανονισμού για τον νόμο περί ψηφιακών δικτύων (DNA) που ενέκρινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και θα υποβληθεί προς έγκριση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
Φιλοδοξία της Επιτροπής αποτελεί το νέο πλαίσιο, που θα αντικαταστήσει Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών της ΕΕ, να δημιουργήσει τη βάση για μεγαλύτερη υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης, του cloud, του διαστήματος και άλλων καινοτόμων τεχνολογιών ώστε να επιταχυνθεί ο ψηφιακός μετασχηματισμός της Ευρώπης.
Όπως επισημαίνεται στα σχετικά κείμενα που δημοσιοποιήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι εκθέσεις Letta και Draghi, που αναλύθηκαν το 2024, εξέτασαν την τρέχουσα κατάσταση του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και οι δύο υπογράμμισαν ότι η ενιαία αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών παραμένει κατακερματισμένη και ότι οι ευρωπαϊκοί πάροχοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στη διασυνοριακή δραστηριότητα και την κλιμάκωση των δραστηριοτήτων τους, γεγονός που περιορίζει την ικανότητά τους να επενδύουν, να καινοτομούν και να ανταγωνίζονται τους παγκόσμιους ομολόγους τους. Οι δύο εκθέσεις τόνισαν τη σημασία των επενδύσεων σε δίκτυα του μέλλοντος για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της ΕΕ και της συνοχής της κοινωνίας της Ένωσης.
Επιπλέον, η έκθεση Niinistö, που δημοσιεύθηκε το ίδιο έτος, τόνισε τη σημασία των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των δορυφορικών υπηρεσιών, των κρίσιμων επικοινωνιακών και ψηφιακών υπηρεσιών στο πλαίσιο της ασφάλειας, της ανθεκτικότητας και της ετοιμότητας.
Σύμφωνα και με το κείμενο εκτίμησης των συνεπειών του νέου κανονισμού DNA οι κυριότερες παρεμβάσεις είναι οι εξής:
Μετάβαση στην οπτική ίνα
Πρόκειται για ένα συνδυασμό μέτρων με στόχο την προώθηση της ανάπτυξης και της υιοθέτησης της οπτικής ίνας, μεταξύ άλλων, μέσω καθορισμού ενωσιακής ημερομηνίας απόσυρσης του χαλκού έως το 2030, υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
Ενισχύεται η λογοδοσία των κρατών μελών, τα οποία έως το 2029 θα κοινοποιήσουν στην Επιτροπή Σχέδια Μετάβασης στην Οπτική Ίνα, στα οποία θα καθορίζεται συντονισμένη στρατηγική σε εθνικό επίπεδο και συγκεκριμένα μέτρα στήριξης της ανάπτυξης και της υιοθέτησης της οπτικής ίνας.
Τα εν λόγω σχέδια θα προσδιορίζουν, βάσει της συμβολής των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, τις περιοχές στις οποίες πληρούνται οι προϋποθέσεις και μπορεί να ξεκινήσει η απόσυρση του χαλκού έως το 2030. Οι προϋποθέσεις που εφαρμόζονται σωρευτικά είναι: (1) κάλυψη οπτικής ίνας σε ποσοστό 95 % και (2) διαθεσιμότητα λιανικών προσφορών ευρυζωνικής πρόσβασης με συγκρίσιμες τιμές και ποιότητα με τις προσφορές που βασίζονται στον χαλκό. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κατάλληλες δικλείδες προστασίας για τους ευάλωτους καταναλωτές πριν από την έναρξη της απόσυρσης του χαλκού.
Όταν η απόσυρση δεν μπορεί να ξεκινήσει έως το 2030, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν συγκεκριμένα μέτρα για την αύξηση της κάλυψης, ώστε να διασφαλιστεί η μετάβαση στην οπτική ίνα έως το 2035. Η επιλογή περιλαμβάνει επανεξέταση το 2035.
Έως το 2035, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι στις περιοχές όπου έχει ξεκινήσει η απόσυρση του χαλκού, αυτή θα ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό. Για όλες τις λοιπές περιοχές στις οποίες η ανάπτυξη οπτικής ίνας δεν είναι βιώσιμη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αιτιολογήσουν τη μη βιωσιμότητα και να παρέχουν εναλλακτικές λύσεις συνδεσιμότητας.
Η επιλογή περιλαμβάνει δικλίδες προστασίας για τους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων για την απόσυρση του χαλκού, πρόσθετων συνοδευτικών μέτρων, κατάλληλων διορθωτικών μέτρων από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, των διατάξεων καθολικής υπηρεσίας και εναλλακτικών μέσων συνδεσιμότητας στις περιοχές όπου η ανάπτυξη οπτικής ίνας δεν θεωρείται βιώσιμη, μετά την επανεξέταση του 2035.
Η συνοχή σε επίπεδο Ένωσης θα διασφαλιστεί μέσω του ελέγχου της Επιτροπής επί των Σχεδίων Ανάπτυξης Οπτικής Ίνας και Απόσυρσης του Χαλκού και της διαδικασίας απόσυρσης. Όσον αφορά τη ρύθμιση πρόσβασης, η επιλογή αυτή παρέχει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές περισσότερα εργαλεία για εκ των προτέρων ρύθμιση, επιτρέποντας στοχευμένη χρήση, ανάλογα με την κατάσταση της αγοράς, ρύθμισης βάσει σημαντικής ισχύος στην αγορά ή συμμετρικής ρύθμισης. Θα αναπτυχθούν τυποποιημένα προϊόντα χονδρικής σε επίπεδο Ένωσης για τη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και μεγαλύτερης εναρμόνισης στην ενιαία αγορά.
Όσον αφορά τις οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις από το 2035, η επιλογή αυτή θα έχει θετικές επιπτώσεις όσον αφορά τη σωρευτική αύξηση του ΑΕΠ κατά 327 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το βασικό σενάριο, τη μείωση των συνολικών εκπομπών CO₂ κατά 0,6 εκατ. τόνους ή 4,5 % και τις μέσες ταχύτητες λήψης που εκτιμώνται σε 7.435 Mbps. Οι κοινωνικές επιπτώσεις δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν, ωστόσο η προτιμώμενη επιλογή είναι πολύ πιθανό να έχει τη μεγαλύτερη θετική κοινωνική επίπτωση.
Πολιτική ραδιοφάσματος
Αναφορικά με την πολιτική ραδιοφάσματος η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραδέχεται ότι ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών δεν κατόρθωσε να θεσπίσει ένα φιλοεπενδυτικό πλαίσιο εκχώρησης φάσματος. Οι όροι εκχώρησης παραμένουν κατακερματισμένοι μεταξύ των κρατών μελών, εξακολουθούν να επιτρέπουν δημοπρασίες με προσανατολισμό στα έσοδα, προβλέπουν ανεπαρκή διάρκεια αδειών και στερούνται κινήτρων για την κοινή χρήση φάσματος. Η περιορισμένη ρυθμιστική προβλεψιμότητα και η έλλειψη ζήτησης επηρεάζουν την οικονομική ελκυστικότητα επενδύσεων σε έργα ανάπτυξης δικτύων 5G υψηλής ποιότητας.
Η ανάλυση της εκτίμησης επιπτώσεων έδειξε ότι η ρύθμιση του φάσματος και οι παράγοντες της αγοράς επιβράδυναν τις επενδύσεις σε κινητή συνδεσιμότητα υψηλής ποιότητας. Επιπλέον, οι επενδύσεις στην αναβάθμιση του 5G επηρεάζονται αρνητικά από την περιορισμένη ζήτηση. Ως συνέπεια, ενώ στην Ευρώπη υπάρχει καλή βασική κάλυψη 5G, συγκρίσιμη με άλλες ανταγωνιστικές οικονομίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση υστερεί σημαντικά στην ανάπτυξη προηγμένων δικτύων 5G υψηλής χωρητικότητας και αυτόνομων δικτύων 5G.
Ο νέος κανονισμός προβλέπει κυρίως απεριόριστη διάρκεια αδειών εξ ορισμού, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και δικλείδες προστασίας, καθώς και, κατ’ εξαίρεση, περιορισμένη διάρκεια σε συνδυασμό με σχεδόν αυτόματη ανανέωση και την εφαρμογή φιλοεπενδυτικού σχεδιασμού δημοπρασιών. Παρέχει τη δυνατότητα εναρμόνισης των όρων αδειοδότησης του φάσματος και περιλαμβάνει υποχρεωτικό έλεγχο των διαδικασιών αδειοδότησης φάσματος σε επίπεδο Ένωσης. Διασφαλίζει αυξημένη διαφάνεια και προβλεψιμότητα ως προς το χρονοδιάγραμμα διαθεσιμότητας του φάσματος μέσω οδικών χαρτών και διασφαλίζει ότι το φάσμα 6G θα αδειοδοτείται σε συντομότερο χρονικό διάστημα από την εναρμόνιση και με πιο συνεπή τρόπο.
Να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα εκκρεμεί η ανανέωση των αδειών των τριών παρόχων OTE, Vodafone, Nova, για το φάσμα στα 900 και 1.800 MHz. Με δεδομένα αυτά που προβλέπει ο DNA αναμένεται με ενδιαφέρον η σχετική διαβούλευση που επίκειται το επόμενο διάστημα από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ).
Η ΕΕ υπογραμμίζει ότι η επιλογή αυτή για τις συχνότητες είναι η πλέον αποδοτική, δεδομένου ότι τα συνολικά οφέλη υπερβαίνουν σημαντικά τα κόστη. Θα διασφαλίσει την έγκαιρη ανάπτυξη δικτύων 5G υψηλής ποιότητας και μελλοντικών δικτύων 6G. Θα έχει θετικό αντίκτυπο στο ΑΕΠ, δευτερογενείς επιπτώσεις σε κάθετους τομείς και θα είναι συνεπής με τη διαδικασία απόσυρσης του χαλκού. Θα οδηγήσει σε μειωμένο οικολογικό αποτύπωμα των κινητών δικτύων, χάρη στη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας ανά gigabyte που συνδέεται με τις νέες κινητές τεχνολογίες.
Γενική αδειοδότηση και αδειοδότηση δορυφορικών υπηρεσιών
Αναφορικά με τις αδειοδοτήσεις η πρόταση περιλαμβάνει καθεστώς ενιαίου «διαβατηρίου» για δίκτυα και υπηρεσίες πλην των δορυφορικών και ενωσιακή αδειοδότηση για το δορυφορικό φάσμα, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής δικαιούχων σε περιπτώσεις σπανιότητας και της επιβολής των όρων αδειοδότησης. Η επιλογή αυτή θα μειώσει το διοικητικό και το κόστος συμμόρφωσης, καθώς και το κόστος υποβολής εκθέσεων.
Σε συνδυασμό με εναρμονισμένους όρους αδειοδότησης και άλλους συναφείς εφαρμοστέους κανόνες, καθώς και με ήπια μέτρα για τη διευκόλυνση της συνεργασίας του οικοσυστήματος, η προτιμώμενη επιλογή θα επιτρέψει στους παρόχους που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα κράτη μέλη να κεντροποιούν ευκολότερα τις λειτουργίες των δικτύων τους και να παρέχουν διασυνοριακά πιο καινοτόμες, περισσότερο εικονικοποιημένες και βασισμένες σε λογισμικό υπηρεσίες με μεγαλύτερη συνέπεια.
Η ενωσιακή αδειοδότηση δορυφόρων θα επιτρέψει στους φορείς εκμετάλλευσης εγγυημένη πρόσβαση στο φάσμα σε όλα τα κράτη μέλη υπό τους ίδιους όρους αδειοδότησης, παρέχοντάς τους τα μέσα να κλιμακώσουν τις δραστηριότητές τους και να παρέχουν πανευρωπαϊκές υπηρεσίες, διατηρώντας παράλληλα υπό έλεγχο ζητήματα κυριαρχίας.
Διακυβέρνηση
Ο νέος DNA διατηρεί τα πλεονεκτήματα του υφιστάμενου συστήματος, βασίζεται στην υφιστάμενη διάρθρωση του BEREC και του Γραφείου BEREC και αναβαθμίζει την Ομάδα Πολιτικής Ραδιοφάσματος από ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής σε φορέα με γραμματεία που παρέχεται από το ενισχυμένο Γραφείο BEREC, προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης του φάσματος. Η επιλογή αυτή προτιμάται επίσης βάσει των σχολίων της διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Με την παροχή διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών τόσο στο BEREC όσο και στην Ομάδα Πολιτικής Ραδιοφάσματος, το Γραφείο BEREC θα ενισχύσει τον υφιστάμενο δεσμό μεταξύ των δύο φορέων, επιτρέποντας καλύτερο συντονισμό και πιο συνεκτικά αποτελέσματα.
