Υπάρχει μία εκκωφαντική σιωπή εκεί που θα έπρεπε να επικρατεί ο μεγαλύτερος θόρυβος: στα Διοικητικά Συμβούλια. Αν πιστέψουμε τις ανακοινώσεις και τα εταιρικά LinkedIn posts, ζούμε στον πυρετό της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η πραγματικότητα, όμως, πίσω από τις κλειστές πόρτες των συνεδριάσεων, αποκαλύπτει μία επικίνδυνη διάσταση απόψεων. Σύμφωνα με ανάλυση της McKinsey, η ΤΝ αποτελεί πλέον μία ικανότητα γενικού σκοπού -ισοδύναμη με τον ηλεκτρισμό- ικανή να καθορίσει ποιος θα επιβιώσει. Ωστόσο, τα ανώτατα όργανα διοίκησης συμπεριφέρονται συχνά σα να πρόκειται απλώς για μία ακόμη αναβάθμιση λογισμικού.
Ζούμε το εξής παράδοξο: ενώ το 88% των οργανισμών δηλώνει ότι χρησιμοποιεί ΤΝ σε κάποια λειτουργία, τα στοιχεία δείχνουν ότι κανείς δεν κρατάει το τιμόνι. Μόλις το 39% των εταιρειών της λίστας Fortune 100 είχε θεσπίσει, έως το 2024, κάποια επίσημη μορφή εποπτείας σε επίπεδο συμβουλίου. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η παγκόσμια έρευνα διευθυντών, όπου το 66% παραδέχεται ότι τα συμβούλιά τους έχουν περιορισμένη έως καθόλου γνώση στο αντικείμενο, ενώ για έναν στους τρεις το θέμα δεν εμφανίζεται καν στην ημερήσια διάταξη. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τεράστιο χάσμα εποπτείας. Δεν πρόκειται απλώς για αμέλεια, πρόκειται για στρατηγική τυφλότητα.
Το πρόβλημα ξεκινάει από την ψευδαίσθηση ότι η αγορά μερικών αδειών ChatGPT συνιστά στρατηγική. Δεν ισχύει. Τα συμβούλια πρέπει να σταματήσουν να κρύβονται πίσω από το άλλοθι της τεχνολογικής πολυπλοκότητας και να καθορίσουν τη στάση τους. Η έρευνα αναδεικνύει μία σειρά από στρατηγικά αρχέτυπα, και η επιλογή δεν είναι προαιρετική. Είστε πρωτοπόροι που ρισκάρουν τα πάντα; Είστε «εσωτερικοί μετασχηματιστές» που αλλάζουν το λειτουργικό μοντέλο; Ή μήπως πραγματιστές που περιμένουν; Αν το Δ.Σ. δεν έχει επιλέξει ρητά ένα από αυτά τα μονοπάτια, τότε η εταιρεία δεν κινείται στρατηγικά, απλώς παρασύρεται από το ρεύμα.
Ας είμαστε, όμως, ειλικρινείς και με την οικονομική πραγματικότητα: παρά τον θόρυβο, τα ταμεία δεν γεμίζουν αυτόματα. Πολλές εταιρείες αναφέρουν μέτρια μόνο εξοικονόμηση πόρων. Γιατί; Η απάντηση έρχεται από μία μελέτη του ΜΙΤ (2025), η οποία αποδεικνύει ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Οι οργανισμοί με ψηφιακά καταρτισμένα συμβούλια ξεπερνούν τους ανταγωνιστές τους κατά 10,9 ποσοστιαίες μονάδες στην απόδοση ιδίων κεφαλαίων, ενώ όσοι στερούνται αυτής της γνώσης βρίσκονται 3,8% κάτω από τον μέσο όρο του κλάδου τους. Η άγνοια λοιπόν κοστίζει. Αν η διοίκηση δεν μπορεί να συνδέσει την τεχνολογία με την αξία, δεν μιλάμε για επένδυση, αλλά για ακριβό πειραματισμό.
Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η διακυβέρνηση. Τα στοιχεία είναι αμείλικτα: λιγότερο από το 25% των εταιρειών διαθέτουν εγκεκριμένες πολιτικές διακυβέρνησης για την ΤΝ. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Σημαίνει ότι δίνουμε τα κλειδιά ενός υπερπολυτελούς αυτοκινήτου σε οδηγούς χωρίς δίπλωμα. Χωρίς αυστηρές δικλείδες ασφαλείας και ρητά όρια, όπως αποκαλύπτει η έρευνα, τα συμβούλια παίζουν… ρωσική ρουλέτα με τη φήμη και την πνευματική ιδιοκτησία της εταιρείας. Επιπλέον, μόνο το 15% των συμβουλίων λαμβάνει σχετικά μετρικά στοιχεία αξίας, γεγονός που καθιστά αδύνατη την ουσιαστική εποπτεία.
Η λύση δεν θα έρθει από κάτω, αλλά πρέπει να επιβληθεί από την κορυφή. Τα μέλη των συμβουλίων οφείλουν να γίνουν πιο «ενοχλητικά». Πρέπει να σταματήσουν να αρκούνται στις ωραίες παρουσιάσεις και να απαιτήσουν να μιλήσουν απευθείας με τους μηχανικούς της αλλαγής. Πρέπει να απαιτήσουν τα σκληρά νούμερα που λείπουν. Η εποχή της αθωότητας και του γενικού ενθουσιασμού τελείωσε.
Εν κατακλείδι, η ΤΝ δεν είναι θέμα του IT. Είναι θέμα επιβίωσης. Όπως έδειξαν τα στοιχεία του ΜΙΤ, το χάσμα αποδόσεων μεταξύ των ενημερωμένων και των αδαών, διευρύνεται επικίνδυνα. Τα Διοικητικά Συμβούλια πρέπει να υιοθετήσουν άμεσα τη νοοτροπία και την ταχύτητα των Venture Capitalists. Ο χρόνος ανοχής για την άγνοια έχει τελειώσει. Το ερώτημα πλέον δεν είναι τι μπορεί να κάνει η ΤΝ για την επιχείρηση, αλλά αν η διοίκηση έχει το θάρρος και τη γνώση να την τιθασεύσει.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InfoCom
