Η Ευρώπη βρίσκεται ενώπιον μιας καθοριστικής ευκαιρίας να ξεκλειδώσει δισεκατομμύρια ευρώ σε δυνητικές επενδύσεις υποδομών, επιταχύνοντας την ανάπτυξη των αυτόνομων δικτύων 5G και ενισχύοντας την οικονομική παραγωγή της ηπείρου, εφόσον οι φορείς χάραξης πολιτικής υιοθετήσουν μια εξυπνότερη προσέγγιση στη διαχείριση του φάσματος ραδιοσυχνοτήτων. Σύμφωνα με τη νέα μελέτη της GSMA Intelligence με τίτλο «Spectrum pricing and renewals in Europe», η οποία δημοσιεύεται ενόψει των κρίσιμων διεργασιών για την Πράξη για τα Ψηφιακά Δίκτυα, η μακροχρόνια πρακτική της υψηλής τιμολόγησης του φάσματος έχει συμβάλει καθοριστικά στις έντονες επενδυτικές πιέσεις που υφίσταται ο κλάδος της κινητής τηλεφωνίας. Η έκθεση επισημαίνει ότι το συνολικό κόστος φάσματος έχει αυξηθεί ραγδαία την τελευταία δεκαετία και πλέον αντιστοιχεί στο 8% των επαναλαμβανόμενων εσόδων των παρόχων, δημιουργώντας σημαντικά εμπόδια στην ψηφιακή ανταγωνιστικότητα της ηπείρου.
Τα ευρήματα της έρευνας έρχονται σε μια χρονική συγκυρία όπου η Ευρώπη καλείται να καλύψει επειγόντως το χαμένο έδαφος έναντι των παγκόσμιων ανταγωνιστών της, καθώς τα ποσοστά χρήσης των προηγμένων δικτυακών υπηρεσιών παραμένουν ανησυχητικά χαμηλά. Μόλις το 2% των Ευρωπαίων πολιτών χρησιμοποιεί σήμερα υπηρεσίες 5G Standalone, ποσοστό που απέχει παρασάγγας από το 77% που καταγράφεται στην Κίνα, το 25% περίπου στις Ηνωμένες Πολιτείες και σχεδόν το 50% στην Ινδία. Παρόλο που η πληθυσμιακή κάλυψη των δικτύων 5G στην Ευρώπη αγγίζει το 93%, η ποιότητα της εμπειρίας χρήστη και οι ταχύτητες υστερούν σημαντικά έναντι των διεθνών ομολόγων. Η αναντιστοιχία αυτή αποδίδεται εν μέρει στο γεγονός ότι, ενώ τα έσοδα που παράγονται από κάθε μονάδα MHz έχουν μειωθεί κατά 54% από το 2014, οι τιμές των αδειών δεν έχουν προσαρμοστεί ανάλογα.
Το πεδίο για την αναγκαία μεταρρύθμιση είναι άμεσα διαθέσιμο, καθώς περισσότερες από 500 άδειες φάσματος πρόκειται να λήξουν και να ανανεωθούν μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια, καλύπτοντας κρίσιμα δίκτυα 3G και 4G που συνεχίζουν να εξυπηρετούν 470 εκατομμύρια χρήστες κινητού διαδικτύου. Υπό το τρέχον καθεστώς πολιτικής και τιμολόγησης, οι πάροχοι εκτιμάται ότι θα κληθούν να καταβάλουν περίπου 105 δισεκατομμύρια ευρώ σε κόστη φάσματος έως το 2035. Ωστόσο, η υιοθέτηση ενός μεταρρυθμισμένου μοντέλου ανανεώσεων θα μπορούσε να μειώσει αυτό το κόστος έως και κατά 30 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ ακόμη και πιο μετριοπαθείς προσαρμογές θα μπορούσαν να αποφέρουν εξοικονόμηση της τάξης των 20 δισεκατομμυρίων ευρώ, απελευθερώνοντας πολύτιμους πόρους.
Η δυνητική εξοικονόμηση αυτών των κεφαλαίων θα μπορούσε να διοχετευθεί άμεσα στην κάλυψη του επενδυτικού κενού που παρατηρείται στις ευρωπαϊκές ψηφιακές υποδομές και την αναβάθμιση των δικτύων. Εάν ξεκλειδώνονταν αυτά τα 20 έως 30 δισεκατομμύρια ευρώ μέσω εξυπνότερων πολιτικών ανανέωσης, οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι θα ήταν δυνητικά σε θέση να καλύψουν το κόστος των εργασιών που απαιτούνται για την πλήρη αναβάθμιση όλων των υφιστάμενων δικτύων 5G σε αρχιτεκτονική 5G Standalone. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε αύξηση των ταχυτήτων σύνδεσης έως και κατά 23%, ενώ παράλληλα θα συνεισέφερε σημαντικά στην πραγματική οικονομία, προσθέτοντας εκτιμώμενα 75 δισεκατομμύρια ευρώ στο ΑΕΠ της Ευρώπης κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας.
Για την επίτευξη αυτών των στόχων, η GSMA προτείνει στους ρυθμιστικούς φορείς να εφαρμόσουν συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις, δίνοντας προτεραιότητα στη βεβαιότητα και τα επενδυτικά κίνητρα κατά τις διαδικασίες ανανέωσης. Βασικές συστάσεις περιλαμβάνουν την απλοποίηση της διαδικασίας μέσω διοικητικών επεκτάσεων αντί για τη διενέργεια νέων δημοπρασιών, καθώς και την αυτόματη ανανέωση αδειών με αόριστη διάρκεια για τη διασφάλιση του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Επιπλέον, συνιστάται ρητά η αποφυγή δέσμευσης φάσματος (set-asides) για νέους εισερχόμενους ή για τοπική χρήση, πρακτικές που στο παρελθόν έχουν οδηγήσει σε τεχνητή έλλειψη φάσματος και αύξηση του κόστους, ενώ παράλληλα τονίζεται η ανάγκη ανανέωσης των αδειών πολύ πριν από την ημερομηνία λήξης τους.
Παράλληλα με τη διαχείριση των υφιστάμενων δικτύων, οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα καθορίσουν την ετοιμότητα της Ευρώπης για την επόμενη γενιά συνδεσιμότητας, το 6G, που αναμένεται τη δεκαετία του 2030. Βάσει της προβλεπόμενης ζήτησης, η Ευρώπη οφείλει να διασφαλίσει ότι οι πάροχοι κινητής θα διαθέτουν τουλάχιστον 2 GHz φάσματος μεσαίας ζώνης (mid-band) έως το 2030, ώστε να αποφευχθεί η συμφόρηση των δικτύων, ενώ έως το 2035 ενδέχεται να απαιτηθούν 3 GHz. Προς αυτή την κατεύθυνση, κρίνεται απαραίτητη η διάθεση της ανώτερης ζώνης των 6 GHz, καθώς και η εξέταση της ζώνης 3.8-4.2 GHz για χρήση υψηλής ισχύος, ώστε να ενισχυθεί ο επενδυτικός κύκλος και να ευθυγραμμιστεί η ήπειρος με τα παγκόσμια πρότυπα.
Ολοκληρώνοντας την ανάλυση, ο επικεφαλής ρυθμιστικών θεμάτων της GSMA, John Giusti, υπογράμμισε την ανάγκη για μια άμεση στροφή στην πολιτική διαχείρισης του φάσματος, σημειώνοντας ότι η ανταγωνιστικότητα της ηπείρου εξαρτάται από επενδύσεις που πολλοί πάροχοι δυσκολεύονται να δικαιολογήσουν σήμερα. Ο Giusti κάλεσε τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν το φάσμα ως ευκαιρία για «απροσδόκητα κέρδη» και να υιοθετήσουν μια πιο φιλόδοξη προσέγγιση στις ανανεώσεις. Όπως χαρακτηριστικά τόνισε, η έξυπνη μεταρρύθμιση θα επιτρέψει στα κεφάλαια αυτά να κατευθυνθούν προς την υποστήριξη των ψηφιακών στόχων της Ευρώπης, δημιουργώντας άμεσα και διαρκή οφέλη για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.
