Σε μία κρίσιμη συγκυρία για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου η διεθνής ανταγωνιστικότητα και η καινοτομία καθορίζουν την εθνική ανάπτυξη, ο Νικόλαος Θωμαΐδης παρεμβαίνει στον δημόσιο διάλογο, αξιοποιώντας την πολυεπίπεδη εμπειρία του ως: Καθηγητής Αναλυτικής Χημείας, Αναπληρωτής Πρόεδρος του Συμβουλίου Διοίκησης του ΕΚΠΑ και Αντιπρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου Έρευνας & Καινοτομίας Αττικής. Με αυτή την οπτική αναλύει τα μεγάλα στοιχήματα των ελληνικών πανεπιστημίων, από την ενίσχυση της εξωστρέφειας και την προσαρμογή στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, μέχρι την επιτακτική ανάγκη για την ανάσχεση του brain drain.
Ο κ. Θωμαΐδης δεν περιορίζεται στη διάγνωση των παθογενειών, αλλά καταθέτει ένα συγκροτημένο σχέδιο δράσης. Τονίζει ότι οι μεμονωμένες θεσμικές αλλαγές δεν αρκούν, αν δεν συνοδευτούν από μία βαθύτερη πολιτισμική μετατόπιση εντός των ιδρυμάτων. Στον πυρήνα της πρότασής του, βρίσκεται η λειτουργική ενοποίηση του ερευνητικού χώρου, η εφαρμογή αξιόπιστων συστημάτων αξιολόγησης, και η έμπρακτη διασύνδεση της παραγόμενης γνώσης με την κοινωνία, με τελικό στόχο τη δημιουργία ενός ευέλικτου και ισχυρού οικοσυστήματος έρευνας και εκπαίδευσης στη χώρα.
Οι διακρίσεις του ΕΚΠΑ στις διεθνείς κατατάξεις επιβεβαιώνουν τη δυναμική του. Πώς αξιοποιείται αυτή η αναγνώριση, και ποιο είναι το επόμενο βήμα για την καθιέρωσή του στην παγκόσμια ακαδημαϊκή ελίτ;
Ν.Θ.: Οι διεθνείς διακρίσεις του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών αποδεικνύουν ότι το Δημόσιο Ελληνικό Πανεπιστήμιο, και ιδιαίτερα το Πανεπιστήμιο Αθηνών, μπορεί να συναγωνίζεται ισότιμα κορυφαία ιδρύματα παγκοσμίως. Η αναγνώριση αυτή αξιοποιείται με την ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας του ΕΚΠΑ, τη διεύρυνση των ερευνητικών συνεργασιών, τη συμμετοχή σε μεγάλα ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά προγράμματα, και την προσέλκυση φοιτητών και ερευνητών από όλο τον κόσμο. Παράλληλα, μετατρέπεται σε μοχλό ανάπτυξης για την κοινωνία και την οικονομία, καθώς ενδυναμώνεται η συνεργασία του με παραγωγικούς φορείς, με την παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών, και τα ερευνητικά αποτελέσματα του Πανεπιστημίου Αθηνών βρίσκουν εφαρμογή στην καινοτομία σε συγκεκριμένους τομείς, στη βιώσιμη ανάπτυξη και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Το επόμενο βήμα είναι η συστηματική και στοχευμένη ενίσχυση της διεθνούς στρατηγικής του, με άξονες την καινοτομία και τη διεπιστημονικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η δημιουργία Κέντρων Αριστείας, όπως το υπό ίδρυση Κέντρο για τις Περιβαλλοντικές Επιστήμες και τη Δημόσια Υγεία, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Yale, αποτελεί στρατηγική τομή που αναβαθμίζει τη διεθνή θέση του ΕΚΠΑ, και ενισχύει τη συμβολή του στη μελέτη και στην αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων του καιρού μας στον ευρωπαϊκό χώρο, και πέρα από αυτόν. Με τέτοιες πρωτοβουλίες, το Πανεπιστήμιο Αθηνών φιλοδοξεί να καθιερωθεί ως ένας από τους κεντρικούς πυλώνες γνώσης και έρευνας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με ισχυρή διεθνή ακτινοβολία.
Πέρα από τις κατατάξεις, ποια είναι τα τρία κρισιμότερα βήματα που πρέπει να κάνουν συλλογικά τα ελληνικά πανεπιστήμια για να γίνουν πραγματικά ανταγωνιστικά, σε διεθνές επίπεδο;
Ν.Θ.: Πέρα από τις διεθνείς κατατάξεις, τα ελληνικά πανεπιστήμια πρέπει να εστιάσουν σε τρεις στρατηγικές προτεραιότητες. Πρώτον, στη συνεχή επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία, με χρηματοδότηση από όλες τις διαθέσιμες πηγές, σύγχρονες υποδομές και ουσιαστικά κίνητρα για τους νέους επιστήμονες. Δεύτερον, στην εξωστρέφεια και στις διεθνείς συνεργασίες, μέσα από κοινά προγράμματα σπουδών, διπλά πτυχία, και ερευνητικές συμμαχίες με κορυφαία πανεπιστήμια.
Τρίτον, στη διασύνδεση με την κοινωνία και την οικονομία, ώστε η παραγόμενη γνώση να βρίσκει εφαρμογή σε κρίσιμους τομείς και να συμβάλλει στη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτεία οφείλει να επενδύσει με αντίστοιχα προγράμματα στην ανάπτυξη των υποδομών (τόσο στο ακαδημαϊκό περιβάλλον και στα σύγχρονα εργαστήρια, όσο και σε σύγχρονες φοιτητικές κατοικίες), και να ενισχύσει ουσιαστικά την αυτονομία των ιδρυμάτων.

Η τεχνητή νοημοσύνη αναδιαμορφώνει την αγορά εργασίας. Με ποια ταχύτητα και με ποιες συγκεκριμένες αλλαγές πρέπει τα προγράμματα σπουδών να προσαρμοστούν, ώστε οι απόφοιτοι να παραμένουν ανταγωνιστικοί;
Ν.Θ.: Η τεχνητή νοημοσύνη μεταβάλλει ραγδαία την αγορά εργασίας, και τα πανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών οφείλουν να προσαρμόζονται με την ίδια ταχύτητα. Η ανανέωση των προγραμμάτων πρέπει να είναι συνεχής, με έμφαση όχι μόνο σε τεχνικές δεξιότητες (προγραμματισμός, ανάλυση δεδομένων, αλγόριθμοι, εφαρμογές) αλλά και σε διεπιστημονικές ικανότητες που συνδέουν τη συγκεκριμένη τεχνολογία με την υγεία, το περιβάλλον, την οικονομία, τις κοινωνικές επιστήμες, και τις εξελίξεις που φέρουν στις επιχειρήσεις των κλάδων.
Παράλληλα, χρειάζεται ενίσχυση της πρακτικής εκπαίδευσης. Συνεργασίες με επιχειρήσεις και ερευνητικά κέντρα, συμμετοχή σε πραγματικά έργα, και προγράμματα κατάρτισης που προσαρμόζονται στις ανάγκες της αγοράς. Οι απόφοιτοι δεν αρκεί να γνωρίζουν τη θεωρία, αλλά πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν τις γνώσεις τους σε πραγματικά προβλήματα.
Με αυτό τον τρόπο, το Πανεπιστήμιο θα μπορεί να προσφέρει αποφοίτους που παραμένουν ανταγωνιστικοί διεθνώς, ικανοί όχι μόνο να ενταχθούν άμεσα στην αγορά εργασίας, αλλά και να ηγηθούν των εξελίξεων που διαμορφώνει η τεχνητή νοημοσύνη.
Για τη σύνδεση της ακαδημαϊκής έρευνας με την αγορά, αρκούν οι νέοι θεσμοί για τις spinoffs, ή απαιτείται και μία βαθύτερη πολιτισμική αλλαγή εντός των ιδρυμάτων, ώστε να αγκαλιάσουν την επιχειρηματικότητα;
Ν.Θ.: Το νέο θεσμικό πλαίσιο για τους τεχνοβλαστούς (spinoffs) αποτελεί σημαντικό εργαλείο για τη σύνδεση της ακαδημαϊκής έρευνας με την αγορά, καθώς παρέχουν σύγχρονο νομικό πλαίσιο, πρόσβαση σε υποδομές, δυνατότητα αξιοποίησης πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά και σημαντικά οικονομικά κίνητρα (φοροαπαλλαγές). Ωστόσο δεν αρκούν από μόνοι τους οι νέοι θεσμοί, αν δεν συνοδευτούν από μία βαθύτερη πολιτισμική αλλαγή εντός των ιδρυμάτων.
Για να αγκαλιάσουν πραγματικά την επιχειρηματικότητα, τα πανεπιστήμια πρέπει να ενσωματώσουν την επιχειρηματική δραστηριότητα ως αναπόσπαστο μέρος της ακαδημαϊκής ζωής, αναγνωρίζοντάς τη στα κριτήρια προαγωγής και αξιολόγησης, όπου εφαρμόζεται, και να δημιουργήσουν κουλτούρα που ενθαρρύνει τη σκέψη έξω από το καθιερωμένο πλαίσιο, την καινοτομία, τη συνεργασία με τη βιομηχανία, και την ανάληψη ρίσκου.
Παράλληλα, η εκπαίδευση και η υποστήριξη των ερευνητών σε θέματα επιχειρηματικότητας, διαχείρισης πνευματικής ιδιοκτησίας και διεθνούς αγοράς, είναι κρίσιμη. Μέσα από στοχευμένα προγράμματα, workshops, και στενή συνεργασία με γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας, οι ερευνητές αποκτούν τις πρακτικές δεξιότητες που τους επιτρέπουν να μετατρέπουν την έρευνα σε εφαρμοσμένη καινοτομία. Με τον συνδυασμό θεσμικής στήριξης και αλλαγής κουλτούρας, τα ελληνικά πανεπιστήμια μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητες των spinoffs, να προσελκύσουν ταλέντα και επενδύσεις, και να γίνουν πραγματικά ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο.
Ωστόσο η διασύνδεση αυτή έχει δύο μέρη. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να συνειδητοποιήσουν ότι τα Πανεπιστήμια είναι στρατηγικοί τους εταίροι, και ότι μπορούν να απαντήσουν στα σύγχρονα προβλήματα τους και στις προκλήσεις που φέρνει ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, μέσω στενής συνεργασίας με ερευνητικές ομάδες αιχμής.

Η συζήτηση για την ενοποίηση του ερευνητικού χώρου έχει ανοίξει. Μία ενιαία δομή για Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα θα έλυνε τον κατακερματισμό, ή θα δημιουργούσε νέες γραφειοκρατικές αγκυλώσεις; Ποια είναι η δική σας θέση;
Ν.Θ.: Η θέση μου είναι γνωστή εδώ και πολλά έτη. Η ενοποίηση θα έφερνε ανανεωμένη ερευνητική ζωή, τόσο στα ερευνητικά ιδρύματα όσο στα Πανεπιστήμια, και μία σημαντική οικονομία κλίμακας με αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων, τόσο για τον ερευνητικό ιστό όσο και για τις επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα θα ενισχυόταν με περαιτέρω πόρους η βασική έρευνα, βασική υποχρέωση κάθε ευνομούμενης πολιτείας.
Η συζήτηση για την ενοποίηση του ερευνητικού χώρου, λοιπόν, είναι απολύτως εύλογη, καθώς ο σημερινός κατακερματισμός χρηματοδοτικών εργαλείων μεταξύ Υπουργείων και φορέων, και η διάκριση μεταξύ Πανεπιστημίων και Ερευνητικών Κέντρων, συχνά περιορίζει τις συνέργειες και μειώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Ωστόσο, μία τυπική διοικητική συγχώνευση δεν θα έλυνε το πρόβλημα. Αντιθέτως, θα κινδύνευε να δημιουργήσει νέες γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και να μειώσει την ευελιξία των δύο πυλώνων.
Η λύση βρίσκεται στη λειτουργική ενοποίηση. Σε κοινές στρατηγικές, στη διασύνδεση υποδομών και ανθρώπινου δυναμικού, στη θεσμοθέτηση κοινών ερευνητικών δομών, και στη συμμετοχή σε ενιαία χρηματοδοτικά εργαλεία. Με αυτό τον τρόπο, τα Πανεπιστήμια και τα Ερευνητικά Κέντρα μπορούν να διατηρήσουν την αυτονομία και την εξειδίκευσή τους, ενώ ταυτόχρονα θα συνεργάζονται στενά με Πανεπιστήμια με κοινά ερευνητικά προγράμματα, αλλά και εκπαίδευση σε τομείς αιχμής. Η πρόσφατη ίδρυση των ΠΑΚΕΚ εντός των Πανεπιστημίων, χωρίς ουσιαστική ενοποίηση και αξιολόγηση του ερευνητικού χώρου, αλλά και αξιοποίηση από τα ιδρύματα κοινών θέσεων ερευνητών, είναι χωρίς αντίκρισμα.
Η δική μου θέση είναι σαφής. Χρειαζόμαστε έναν πραγματικά Ενιαίο Χώρο Έρευνας και Ανώτατης Εκπαίδευσης, όχι έναν γραφειοκρατικό υπεροργανισμό. Ένα ευέλικτο οικοσύστημα που θα ενισχύει τη διεπιστημονικότητα, θα αναπτύσσει κοινά προγράμματα διδακτορικών διατριβών, θα συμμετέχει σε μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, θα προσελκύει διεθνείς συνεργασίες και χρηματοδοτήσεις, και θα προσφέρει στην ελληνική κοινωνία και οικονομία το μέγιστο όφελος από την παραγόμενη γνώση.
Για να γίνει αυτό, απαιτείται ένα εντελώς νέο θεσμικό πλαίσιο, με ενοποίηση όλων των χρηματοδοτικών εργαλείων, και την εποπτεία αυτών από έναν φορέα που θα υπηρετεί όλο το ενοποιημένο ερευνητικό οικοσύστημα, και θα αποτελέσει πραγματικά ισχυρό αναπτυξιακό μοχλό της ελληνικής οικονομίας. Υπάρχουν επιτυχημένα παραδείγματα σε άλλες χώρες.
Κάθε νέα δομή απαιτεί αξιόπιστη χρηματοδότηση. Ποια είναι τα αδιαπραγμάτευτα χαρακτηριστικά ενός εθνικού συστήματος αξιολόγησης έρευνας, ώστε να είναι ταυτόχρονα αξιόπιστο, αποτελεσματικό και αποδεκτό από την κοινότητα;
Ν.Θ.: Ένα εθνικό σύστημα αξιολόγησης της έρευνας πρέπει να συνδυάζει αξιοπιστία και ακεραιότητα (πρόσωπα, περιοδικότητα, συνέπεια), αποτελεσματικότητα (εργαλεία, ταχύτητα) και έπεται μετά από αυτά η αποδοχή από την ερευνητική κοινότητα. Πρωταρχική μέριμνα μας, πρέπει να είναι η ανεξαρτησία και η διαφάνεια. Η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται από διεθνώς αναγνωρισμένους επιστήμονες και επιτροπές, με σαφή κριτήρια και διαδικασίες, που διασφαλίζουν αμεροληψία, αντικειμενικότητα, σαφή και ισχυρή χρηματοδότηση της διαδικασίας αξιολόγησης. Επομένως απαιτείται άμεση ανανέωση βάσεων των αξιολογητών.
Έπειτα απαιτείται ενοποίηση των πλατφορμών υποβολών και αξιολόγησης, ώστε να καταστούν φιλικές προς τους χρήστες, και να μην υπάρχει κατακερματισμός. Απαιτείται η ανάπτυξη διαλειτουργικών βάσεων, οι οποίες θα περιέχουν όλες τις υποβολές και τα αποτελέσματα τους, και τις επιτυχείς χρηματοδοτήσεις, ώστε να αντλούνται αξιόπιστες πληροφορίες για τον στρατηγικό σχεδιασμό ερευνητικών δράσεων και αποφυγή μεροληπτικής χρηματοδότησης. Απαιτείται συνέπεια και τακτικότητα, τόσο στις προσκλήσεις όσο και στο χρόνο αξιολόγησης, ενώ σαφώς χρειάζεται ενοποίηση και ενιαία εποπτεία των χρηματοδοτικών πόρων, ώστε να εξασφαλίζεται η δίκαιη κατανομή σε περισσότερες ερευνητικές ομάδες και επιχειρήσεις.
Ταυτόχρονα χρειάζεται μία πολυδιάστατη προσέγγιση, που εκτιμά όχι μόνο τις δημοσιεύσεις και τις χρηματοδοτήσεις, αλλά επίσης την κοινωνική και οικονομική επίδραση της έρευνας, τη συμβολή στην εκπαίδευση νέων επιστημόνων, την καινοτομία και τη διεπιστημονικότητα. Η αξιολόγηση πρέπει επίσης να συνδέεται με τη χρηματοδότηση και την πολιτική ενίσχυσης, ώστε τα αποτελέσματα να καθοδηγούν την ανάπτυξη των καλύτερων ομάδων και υποδομών, δημιουργώντας κίνητρα για συνεχή βελτίωση.
Τέλος, ένα σύγχρονο σύστημα αξιολόγησης απαιτεί συμμετοχή της κοινότητας και συνεχή αναθεώρηση. Η ερευνητική κοινότητα πρέπει να εμπλέκεται ενεργά στη διαδικασία, ενώ το σύστημα πρέπει να προσαρμόζεται στις εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνολογίας, ώστε να παραμένει επίκαιρο και αποτελεσματικό. Μόνο έτσι η αξιολόγηση μπορεί να ενισχύσει την αριστεία, να προσελκύσει διεθνείς συνεργασίες, και να εξασφαλίσει ότι οι δημόσιοι πόροι επενδύονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Οι μεταρρυθμίσεις που συζητάμε, αρκούν για την αντιμετώπιση του brain drain; Τί επιπλέον χρειάζεται ώστε η Ελλάδα να γίνει ελκυστικός προορισμός για την παραμονή αλλά και την επιστροφή κορυφαίων επιστημόνων;
Ν.Θ.: Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα για την αντιμετώπιση του brain drain, όπως προγράμματα ενίσχυσης της έρευνας, επιστροφής επιστημόνων, και συνεργασίες με την ελληνική διασπορά, με ταυτόχρονη αύξηση της χρηματοδότησης. Παράλληλα έχουν δημιουργηθεί υποδομές για την υποστήριξη startups και spinoffs, ενισχύοντας τις επαγγελματικές ευκαιρίες στη χώρα.
Ωστόσο, για να γίνει πραγματικά ελκυστική, απαιτούνται περαιτέρω δράσεις. Περαιτέρω αύξηση της χρηματοδότησης για βασική και εφαρμοσμένη έρευνα και καινοτομία, σημαντική βελτίωση των συνθηκών εργασίας (υποδομές και μισθολογικά) και δυνατότητες επαγγελματικής ανέλιξης (με ταυτόχρονη ανάπτυξη δομών HR και ενίσχυσης καριέρας στα Πανεπιστήμια, και διαδικασίες ενσωμάτωσης και υποστήριξης ερευνητών), δημιουργία ευέλικτου νομικού και φορολογικού πλαισίου που ενισχύει την επιχειρηματικότητα, καθώς και αξιοποίηση της διασποράς μέσα από δίκτυα συνεργασίας. Η εκπαίδευση και η συνεχής επιμόρφωση των επιστημόνων είναι επίσης κρίσιμη για να διατηρηθεί ανταγωνιστικό το επιστημονικό δυναμικό.
Μόνο με τον συνδυασμό αυτών των μέτρων, η Ελλάδα μπορεί να σταματήσει το brain drain, να προσελκύσει ξανά ταλαντούχους επιστήμονες, και να οικοδομήσει μία βιώσιμη και δυναμική επιστημονική κοινότητα.
Ποιο είναι το πραγματικό αποτύπωμα της έρευνας στην κοινωνία; Πού συναντά ο μέσος πολίτης στην καθημερινότητά του -συχνά χωρίς καν να το γνωρίζει- τα αποτελέσματα της δουλειάς που γίνεται στα πανεπιστημιακά εργαστήρια;
Ν.Θ.: Η ακαδημαϊκή έρευνα δεν περιορίζεται στα εργαστήρια και στις δημοσιεύσεις. Έχει άμεσο και απτό αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή των πολιτών. Στον τομέα της αναλυτικής χημείας, για παράδειγμα, η εργασία που εκπονείται στο ΕΚΠΑ στην ανάλυση λυμάτων για την παρακολούθηση του SARS-CoV-2 και άλλων αναπνευστικών ιών, επέτρεψε την πρόβλεψη και διαχείριση εξάρσεων της πανδημίας, στην έγκαιρη και έγκυρη ενημέρωση των αρχών και του πληθυσμού, συμβάλλοντας στη λήψη στοχευμένων δημόσιων μέτρων και στην προστασία της υγείας του πληθυσμού.
Παράλληλα, οι αναλύσεις μας στα τρόφιμα εθνικής προτεραιότητας, όπως συχνά αναφέρομαι στο ελαιόλαδο και στην επιτραπέζια ελιά, το ελληνικό κρασί, το μέλι, τη φέτα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, με στόχο την ενίσχυση της αυθεντικότητάς τους, την καταπολέμηση της νοθείας τους, αλλά και την ανάδειξη των ευεργετικών συστατικών τους, έχουν χρησιμοποιηθεί ήδη από τις επιχειρήσεις του πρωτογενούς τομέα αλλά και της μεταποίησης, για την ενίσχυση των εξαγωγών τους και την προώθηση των προϊόντων τους.
Το πραγματικό αποτύπωμα της έρευνας είναι η δυνατότητα να μετατρέπουμε δεδομένα και γνώση σε αποφάσεις που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής, αλλά και ενισχύουν την οικονομική δραστηριότητα. Ο μέσος πολίτης μπορεί να μη γνωρίζει άμεσα ότι οι μετρήσεις που γίνονται στα εργαστήριά μας, επηρεάζουν την ασφάλεια του νερού που πίνει, την τροφική αλυσίδα που χρησιμοποιεί, ή ακόμη και τις πολιτικές δημόσιας υγείας που τον προστατεύουν, ωστόσο τα πρόσφατα χρόνια έδειξαν το ρόλο της επιστήμης και της έρευνας, και το ισχυρό της αποτύπωμα στην κοινωνία. Η ακαδημαϊκή έρευνα δηλαδή, λειτουργεί ως αόρατος αλλά κρίσιμος μηχανισμός που διασφαλίζει τη δημόσια υγεία, την περιβαλλοντική ασφάλεια, την τεχνολογική και οικονομική πρόοδο. Με άλλα λόγια, κάθε φορά που οι πολίτες πίνουν ασφαλές νερό, επιλέγουν το ποιοτικότερο προϊόν, χρησιμοποιούν μία νέα τεχνολογική εφαρμογή που διευκολύνει την καθημερινότητά τους, χρησιμοποιούν προϊόντα χωρίς επικίνδυνες ουσίες, ή αντιμετωπίζουν έγκαιρα μία επιδημία, η γνώση και τα αποτελέσματα της έρευνας που γίνεται στα πανεπιστημιακά εργαστήρια βρίσκονται πίσω από αυτές τις καθημερινές επιλογές. Το έργο μας, δεν είναι αποκομμένο. Είναι ενσωματωμένο στην κοινωνία και στην καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων, γι’ αυτό πάντοτε πίστευα και πιστεύω ότι η χρηματοδότηση της έρευνας πρέπει να επιστρέφει στην κοινωνία με τέτοιες δράσεις και εφαρμογές.

Κλείνοντας, αν είχατε τη δύναμη να εφαρμόσετε αύριο τρεις μόνο αλλαγές στην έρευνα και στην εκπαίδευση, ποιες θα ήταν αυτές, για να επιφέρουν το μέγιστο θετικό αποτέλεσμα στον ελάχιστο χρόνο;
Ν.Θ.: Αν είχα τη δυνατότητα να εφαρμόσω τρεις άμεσες αλλαγές στην έρευνα και στην εκπαίδευση, σε επίπεδο εθνικών πολιτικών, θα ήταν: (α) αύξηση των δημόσιων επενδύσεων για την ουσιαστική και γρήγορη αναβάθμιση των υποδομών των Πανεπιστημίων (ακαδημαϊκό περιβάλλον και φοιτητική κατοικία), (β) αύξηση των θέσεων μελών ΔΕΠ στα Πανεπιστήμια με ταυτόχρονη υποχρέωση εκσυγχρονισμού των προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών των ιδρυμάτων σε τομείς αιχμής, και (γ) ενοποίηση του ερευνητικού χώρου και των χρηματοδοτικών εργαλείων της έρευνας. Αυτά θα επιφέρουν πραγματικά μέγιστο θετικό αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα, στη χώρα μας.
Όσον αφορά στο ΕΚΠΑ, θα εστίαζα στην ενίσχυση της αριστείας με ταυτόχρονη βελτίωση της χρηματοδότησης της, την ενίσχυση της εξωστρέφειας και της διεθνοποίησης με ελκυστικά προγράμματα σπουδών, και την ταχεία αξιοποίηση γνώσης και της καινοτομίας, με ενίσχυση του γραφείου προσέλκυσης χρηματοδοτήσεων και των δομών υποστήριξης της έρευνας, καινοτομίας και επιχειρηματικότητας. Όλα αυτά σε πλήρη ευθυγράμμιση με το Στρατηγικό Σχέδιο του ΕΚΠΑ, 2023-2027. Μαζί με τον Πρύτανη, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης, όπως επίσης το ερευνητικό και διοικητικό προσωπικό του Πανεπιστημίου, έχουμε αποτυπώσει στο σχέδιο αυτό οκτώ βασικούς άξονες. Εκπαιδευτική Πολιτική, Ερευνητική Πολιτική, Διά Βίου Μάθηση και Εκπαίδευση, Εξωστρέφεια και Διεθνοποίηση, Σύνδεση με την Κοινωνία και την Οικονομία και Ενίσχυση της Καινοτομίας, Αναβάθμιση της Ποιότητας του Ακαδημαϊκού Περιβάλλοντος, Βιωσιμότητα και Αειφορία, και Στρατηγική Διασφάλισης Ποιότητας.
Πρώτον, θα ενίσχυα περαιτέρω την υποστήριξη της υποβολής αιτήσεων για χρηματοδότηση, και την υποστήριξη των ερευνητικών ομάδων, ώστε να μπορούν να υποβάλουν περισσότερες και ανταγωνιστικότερες προτάσεις χρηματοδότησης, όπως προβλέπεται στον άξονα της Ερευνητικής Πολιτικής και της Στρατηγικής Διασφάλισης Ποιότητας. Επιπλέον, θα ενίσχυα την μετά την έγκριση της χρηματοδότησης, υποστήριξη διαχείρισης των προγραμμάτων, η οποία αυτή τη στιγμή λειτουργεί μάλλον αποθαρρυντικά. Χρειάζεται δηλαδή ένας επανασχεδιασμός σε επίπεδο Πανεπιστημίων για το pre-award και το post-award σύστημα υποστήριξης των ερευνητικών μας ομάδων.
Δεύτερον, θα έκανα μαζί με την Αντιπρύτανη Ακαδημαϊκών Υποθέσεων μία προσπάθεια ανασχεδιασμού των προγραμμάτων σπουδών, ώστε να είναι ευέλικτα, διεπιστημονικά, και προσαρμοσμένα στις δεξιότητες που απαιτεί ο 21ος αιώνας, με ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης και της πληροφορικής σε κάποιες σχολές, και τη βιώσιμη καινοτομία σε κάθε πρόγραμμα σπουδών, αλλά εμφατικά σε αυτά τα προγράμματα που οδηγούν σε ανάπτυξη τεχνολογιών αιχμής (deep tech), ανταποκρινόμενα στους άξονες της Εκπαιδευτικής Πολιτικής και της Διά Βίου Μάθησης. Ειδικά στον τομέα της Δια Βίου Μάθησης, θα εστίαζα στους παραγωγικούς τομείς που έχουν απαιτητικές ανάγκες upskilling – reskilling των δεξιοτήτων των εργαζομένων τους, με παροχή τέτοιων προγραμμάτων μέσω του ΚΕΔΙΒΙΜ μας. Με την ιδιότητα μου ως αντιπρόεδρος του ΠΣΕΚ Αττικής, έχουμε καταγράψει τις ανάγκες αυτές στην Περιφέρεια Αττικής.
Τέλος, θα εστίαζα στη διασύνδεση με την κοινωνία και την οικονομία, ενισχύοντας περαιτέρω τη συνεργασία πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων, ώστε η έρευνα μας, να μετατρέπεται γρήγορα σε εφαρμοσμένη γνώση, καινοτομία και επιχειρηματικότητα, αναδεικνύοντας παράλληλα τον άξονα της Εξωστρέφειας και της Σύνδεσης με την Κοινωνία. Υπάρχει σημαντικό δυναμικό στο ΕΚΠΑ, αλλά οι δομές υποστήριξης του, χρειάζονται μεγαλύτερη ενίσχυση για να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες απαιτήσεις του.
Με αυτές τις τρεις αλλαγές, το ΕΚΠΑ θα αξιοποιούσε πλήρως το ανθρώπινο δυναμικό του, θα αυξανόταν ο διεθνής αντίκτυπος της έρευνας, και θα δημιουργούνταν πραγματικές ευκαιρίες για τους νέους επιστήμονες, πάντα μέσα στο πλαίσιο του συλλογικού στρατηγικού σχεδιασμού, που έχει εκπονηθεί από όλη την ακαδημαϊκή κοινότητα.
Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InfoCom
