Οι επικεφαλής του ΟΤΕ, της Forthnet και της Cyta πρωταγωνίστησαν από ελληνικής πλευράς, τη δεύτερη μέρα του Συνεδρίου που οργάνωσε το υπουργείο Υποδομών στο Ζάππειο, στο πλαίσιο της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τη συνεργασία της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU) και με τίτλο «Επιταχύνοντας την εξάπλωση των δικτύων νέας γενιάς: ένας πυλώνας για την ψηφιακή ανάπτυξη».

Κεντρικό ερώτημα που κυριάρχησε στις ομιλίες ήταν το ποιος θα επενδύσει στα δίκτυα νέας γενιάς, πως θα εξασφαλιστούν τα αναγκαία κεφάλαια, με τους incumbent και τους εναλλακτικούς φορείς να διασταυρώνουν τα ξίφη τους.  

telco

Ισορροπητική προσέγγιση έκανε στην ομιλία του ο νέος πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) Κ. Λουρόπουλος. Μεταξύ άλλων υπογράμμισε ότι αυτός που τελικά κρίνει είναι ο καταναλωτής, τον οποίο μάλιστα ονόμασε «βασιλιά» και οι απόψεις όλων των εμπλεκόμενων πλευρών χρειάζεται να συγκλίνουν. Όπως είπε, η Ευρώπη χρειάζεται επενδύσεις 270 δις.  ευρώ και αναρωτήθηκε ποιος θα διαθέσει το τεράστιο αυτό κεφάλαιο. 

Από την πλευρά της η κυβέρνηση εξήγγειλε την εκπόνηση εθνικής ευρυζωνικής πολιτικής, όπως άλλωστε και όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, χωρίς να έχει προχωρήσει κάτι επί της ουσίας. 

Αναλυτικότερα, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΤΕ Μ. Τσαμάζ ξεκίνησε με τη διαπίστωση ότι η Ευρώπη έχει πρόβλημα στην ανάπτυξη δικτύων νέας γενιάς. «Μας λείπουν 110 δισ. ευρώ για να  προλάβουμε τις εξελίξεις στις υπόλοιπες Ηπείρους» σημείωσε, ενώ ανέλυσε γιατί κατά την γνώμη του οι τηλεπικοινωνιακές ευρωπαϊκές εταιρείες, τα πρώην μονοπώλια, δυσκολεύονται. Όπως είπε η κίνηση στα δίκτυα στην Βόρεια Ευρώπη έχει αυξηθεί κατά 100%, αλλά τα έσοδα έχουν μειωθεί 10%. Στις ΗΠΑ σχεδιάζονται επενδύσεις 180 δις. και στην Ευρώπη μόλις 100 δις. Μίλησε για τις εταιρείες τύπου, Google,Facebook κ.λ.π. τις  αποκαλούμενες over the top, οι οποίες ενώ δημιουργούν  τεράστια ανάγκη για μεγαλύτερες χωρητικότητες δεν επενδύουν με αποτέλεσμα η ανάπτυξη των δικτύων να επαφίεται στους παρόχους (όπως ο ΟΤΕ) οι οποίοι «παλεύουν με τα χέρια δεμένα στην πλάτη».

Σε όλα αυτά, είπε, προστίθεται και η ρύθμιση. Κατέληξε λέγοντας ότι για να γίνουν επενδύσεις χρειάζεται ξεκάθαρο πλαίσιο κανόνων χωρίς γραφειοκρατία. Δεν παρέλειψε να σημειώσει, ενόψει της δημοπρασίας για το Ψηφιακό Μέρισμα ότι η κυβέρνηση δεν θα πρέπει να δώσει έμφαση στα έσοδα από τις συχνότητες, γιατί οι εταιρείες όσο περισσότερο αναγκάζονται να πληρώσουν στο φάσμα τόσο λιγότερο, αναγκαστικά, διαθέτουν στις υποδομές. 

Ο διευθύνων σύμβουλος της Forthnet Π. Παπαδόπουλος, απαντώντας ουσιαστικά στο επιχείρημα ότι οι εναλλακτικοί φορείς δεν επενδύουν είπε ότι η εταιρεία που ηγείται, τα τελευταία 20 χρόνια επενδύει σε υποδομές, υπηρεσίες και περιεχόμενο και μόνον την προηγούμενη πενταετία επένδυσε 430 εκατ. ευρώ. Όπως δήλωσε το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει ισότιμη πρόσβαση στα δίκτυα, η ΕΕΤΤ έχει αποτύχει να το επιβάλλει, καθώς μεταξύ άλλων καθυστερεί να αντιδράσει στις αθέμιτες πρακτικές του ΟΤΕ και ως εκ τούτου αν εφαρμοστεί η εκ των υστέρων ρύθμιση (αντί εκ των προτέρων) η κατάσταση θα δυσκολέψει περισσότερο. Πρόσθεσε, πως ακόμα και αν η ελληνική οικονομία ανακάμψει, χωρίς τις κατάλληλες παρεμβάσεις, θα συνεχίσουν να υπάρχουν σοβαρά εμπόδια για επενδύσεις στα δίκτυα νέα γενιάς, για να καταλήξει πως οι επενδύσεις θα ενθαρρυνθούν με την ενίσχυση του ανταγωνισμού και το σταθερό πλαίσιο.

Ο γενικός διευθυντής της  Cyta Ελλάδος Χρ. Λιμνατίτης ο οποίος εκπροσωπεί μια εταιρεία η οποία (ως μητρική) στην Κύπρο είναι το πρώην μονοπώλιο, ενώ στην Ελλάδα (ως θυγατρική) είναι εναλλακτικός φορέας, σημείωσε πως οι συνθήκες και το περιβάλλον σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα διαφέρουν και ως εκ τούτου η Ευρώπη για να πετύχει χρειάζεται να λάβει υπόψη της τις ιδιομορφίες κάθε αγοράς. Συμπλήρωσε, πως οι επενδύσεις πρέπει να ενθαρρυνθούν για όλες τις εταιρείες, καθώς και ότι ο αριθμός των εταιρειών σε κάθε αγορά πρέπει να είναι αυτός που ικανοποιεί πελάτες και επενδυτές.

Οι διαφορετικές απόψεις μεταξύ των incumbent και των εναλλακτικών φορέων εκφράστηκαν στο εν λόγω Συνέδριο και από τους εκπροσώπους των ενώσεων που τους εκπροσωπούν. Ο εκπρόσωπος τουEuropean Telecommunications Network Operators (ΕΤΝΟ) L. Gambardella, αντιπαραθέτοντας τα μοντέλα που έχουν κυριαρχήσει σε ΗΠΑ και Ευρώπη, υποστήριξε ότι εκεί που υπάρχει ρύθμιση δεν υπάρχει οπτική ίνα και εκεί που υπάρχει οπτική ίνα δεν υπάρχει ρύθμιση. Πρόσθεσε πως το πρόβλημα στην Ευρώπη είναι η υπερβολική ρύθμιση καθώς και ότι το όλο σύστημα χρειάζεται απλούστευση.

Η εκπρόσωπος της European Competitive Telecommunication Association (ECTA) E. Fitori αμφισβήτησε πολλά από τα στοιχεία που μιλούν για κυριαρχία των ΗΠΑ στα δίκτυα νέας γενιάς, ενώ ανέφερε η ρύθμιση στην Ευρώπη έχει συμβάλει μεταξύ άλλων στο να διατηρηθούν χαμηλές οι τιμές σε σχέση με αυτές στις ΗΠΑ. Όπως είπε ένας Ευρωπαίος για να έχει πακέτο υπηρεσιών με τηλεφωνία, internet και τηλεόραση διαθέτει μηνιαίως 30 με 50 ευρώ, ενώ ο Αμερικάνος 150 δολ. Η ίδια πρόσθεσε πως στη Γερμανία το 55% των επενδύσεων σε οπτική ίνα έχει γίνει από εναλλακτικούς παρόχους και όχι από την Deutshce Telekom ενώ χαρακτήρισε «τρομακτικό» το νούμερο των 270 δις. ευρώ για επενδύσεις στην Ευρώπη, λέγοντας πως η οπτική ίνα μπορεί να πάει μέχρι τα καφάο και από κει στα σπίτια, με άλλες τεχνολογίες και αυτό θα χρειασθεί επενδύσεις περί τα 30 δις. ευρώ.

Νωρίτερα, ο υφυπουργός Υποδομών Μ. Παπαδόπουλος μίλησε για την πρωτοβουλία της χώρας μας να υιοθετηθεί οδηγία για τη μείωση του κόστους των ευρυζωνικών υποδομών κατά 25%. Όπως είπε η πρόταση αυτή θα βοηθήσει σημαντικά στην ανάπτυξη των ευρυζωνικών δικτύων που με τη σειρά τους θα βοηθήσουν στην ανάπτυξη των αντίστοιχων υπηρεσιών. Τα βασικά προβληματικά πεδία που έχουν εντοπιστεί και τα οποία επιχειρεί να καλύψει η εν λόγω οδηγία είναι: δυσλειτουργίες όσον αφορά τη χρήση υφιστάμενης υλικής υποδομής, θέματα συνεγκατάστασης, ανεπάρκειες όσον αφορά τη χορήγηση διοικητικής άδειας και θέματα εσωτερικών εγκαταστάσεων.

O γενικός γραμματέας Επικοινωνιών Μ. Δασκαλάκης είπε, ότι τον Μάρτιο θα τεθεί σε διαβούλευση σχέδιο εθνικής ευρυζωνικής πολιτικής βασισμένο σε τρεις πυλώνες (τόνωση της ζήτησης ευρυζωνικών υπηρεσιών, διευκόλυνση και προσέλκυση επενδύσεων, δράσεις ανάπτυξης και λειτουργίας δικτυακών υποδομών). 

Ο γ.γ. πρόσθεσε πως παράλληλα πρέπει να διασφαλιστεί η ισορροπία στη ρύθμιση, ενώ είπε πως το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι η έλλειψη ψηφιακής κουλτούρας.

Αναφερόμενος στο έργο της δημιουργίας δικτύου οπτικών ινών που θα φθάνει μέχρι τα σπίτια (FTTH) άφησε να διαφανεί πως πάμε για νέα μελέτη του όλου θέματος, στο πλαίσιο της συζήτησης για τα έργα που θα ενταχθούν στη Νέα Χρηματοδοτική Περίοδο 2014 – 2020.